Aristocracy: Τι σημαίνει στα Αγγλικά. Ποιό είναι το αντίθετό της.

Η λέξη δεν μας είναι άγνωστη. Προέρχεται από τα Ελληνικά και λίγο-πολύ ξέρουμε το νόημά της: η κυριαρχία των αρίστων.

Όμως πως ορίζεται ο “άριστος”? Εδώ αρχίζουν τα ζόρια. Ο καθένας θα μπορούσε να δώσει τον δικό του ορισμό γι’αυτήν την έννοια. Ώστόσο, τελικά επικράτησαν 2 έννοιες σε ότι αφορά το νόημα της λέξης στα Αγγλικά. Στα Ελληνικά το νόημα παραμένει ίδιο:

  1. Άριστοι είναι οι καλύτεροι.
  2. Άριστοι είναι οι ήδη κρατούντες. Δηλ. αυτοί που έχουν ήδη τον πλούτο στα χέρια τους.

Επομένως η λέξη “αριστοκρατία” σημαίνει: κυριαρχία κι επομένως διοίκηση μιας πολιτείας από τους α. καλύτερούς της ή β. από τους ήδη κρατούντες της, δηλ. τους aristocrats. Αν θέλετε να είστε σίγουροι ότι ο συνομιλητής σας καταλαβαίνει το νόημα (α) και δεν θέλετε ν’αφήσετε καθόλου χώρο για το (β), καλύτερα να χρησιμοποιήσετε τον όρο: meritocracy.

Το αντίθετό της θα ήταν η κοινωνία να διοικείται από τους χειρότερούς της. Κι αυτό το φαινόμενο το ονομάζουμε στα Αγγλικά με μία εξίσου Ελληνικής προέλευσης λέξη:

aristocracy, mediocracy, kakistocracy
aristocracy, mediocracy, kakistocracy

Kakistocracy

δηλ. η διοίκηση μιας κοινωνίας/πολιτείας από τους χειρίστους της.

Ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα υπάρχει (φυσικάαα) και μία μέση:

Mediocracy

δηλ. η διοίκηση μιας κοινωνίας/πολιτείας από τους μεσαίους. Αυτούς δηλ. που είναι mediocre. Σ’αυτήν την περίπτωση, όμως, δεν μιλάμε για τους πολλούς (νόημα που έχει η επίσης Ελληνική λέξη: Democracy) αλλά γι’αυτούς που ενώ δεν είναι κι οι χειρότεροι, δεν είναι και όσο καλοί θα έπρεπε γι΄αυτό το ρόλο. Είναι δηλ. μέτριοι, με την μάλλον όχι και τόσο καλή έννοια της λέξης.

Φυσικά αυτές είναι τρεις (τέσσερις, με το δημοκρατία) μόνο από τις λέξεις της Αγγλικής γλώσσας που έχουν το “κρατία” για 2ο συνθετικό και όχι υποχρεωτικά (αλλά πολύ συχνά) μια Ελληνική λέξη για 1ο συνθετικό:

  • autocracy απολυταρχία, autocrat μονάρχης
  • bureaucracy
  • eurocracy, eurocrat
  • hagiocracy
  • hierocracy
  • gerontocracy
  • meritocracy αξιοκρατία, merit (η πραγματική) αξία (που έχει κάποιος), πλεονέκτημα
  • ochlocracy
  • plutocracy, plutocrat
  • technocracy
  • theocracy, theocrat

Υπάρχουν και πολλές άλλες γιατί κανείς μπορεί πάντα να φτιάξει μία τέτοια λέξη, δηλ. με δεύτερο συνθετικό το “-κρατία”, αρκεί, φυσικά, να σας καταλαβαίνουν αυτοί που τον ακούν ή τον διαβάζουν. Π.χ.: Trumpocracy.

Κάντε τις όλες επίθετα αντικαθιστώντας το -cy με -tic: autocratic, bureaucratic, eurocratic, κ.ο.κ.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων