Dictionary

Μία εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Φιλοδοξούμε λοιπόν να “χτίσουμε” ένα εικόνο-ήχο-λεξικό με φωτογραφίες ή ζωγραφιές που θα εντυπώνονται στη μνήμη του αναγνώστη βοηθώντας τον έτσι να απομνημονεύσει τις νέες λέξεις, κάποιες φορές με τρόπο που να τον διασκεδάζει κιόλας. Ξέρουμε ότι θα μας πάρει χρόνο, αλλά πιστεύουμε ότι αξίζει τον κόπο. Φυσικά θα υπάρχει πάντα και ο ήχος όχι μόνο της νέας λέξης αλλά και των παραδειγμάτων που θα περιέχονται σε κάθε καταχώρηση.

Επίσης θα βάζουμε μέσα στην σελίδα της λέξης και όλες τις συγγενείς λέξεις και όταν πρόκειται για ρήμα και τα σημαντικότερα phrasal verbs.

Στα Αγγλικά πολλές λέξεις χρησιμοποιούνται σαν περισσότερα από ένα μέρη του λόγου. Για παράδειγμα η λέξη cut είναι ταυτόχρονα ουσιαστικό, ρήμα και επίθετο. Όμως σε όλες τις χρήσεις έχει το ίδιο βασικό νόημα. Έτσι, αναφέρουμε και τις τρεις χρήσεις του κάτω από το ίδιο λήμμα. Λέμε δηλ. cut (v, n, adj) υποδηλώνοντας ότι συναντιέται σαν verb (ρήμα), noun (ουσιαστικό) και σαν adjective (επίθετο).

Παρόλο που όλες οι λέξεις που περιέχονται στο Λεξικό ακολουθούν παρακάτω (scroll down), να ξέρετε ότι:

Θέλουμε να φτιάξουμε ένα Impresso-Audio-Dictionary που θα βοηθάει τον αναγνώστη να αποτυπώνει τις νέες λέξεις, να μαθαίνει τις έννοιες αλλά και να διασκεδάζει κάνοντάς το.

Στο εικονο-ηχο-λεξικό μας θα αναφέρουμε γενικά και τις διαφορετικές έννοιες κάτω από την ίδια σελίδα και όταν πρόκειται για ρήμα θα αναφέρουμε και τα phrasal verbs τα οποία αλλάζουν αρκετά το νόημα του ρήματος.

Σκοπός μας είναι να κάνουμε την κάθε σελίδα ένα αυτοτελές και ενδιαφέρον μάθημα.

Θα το εμπλουτίζουμε διαρκώς.

a.s.a.p.

Πολλές φορές θα την βρούμε και χωρίς τις τελείες. Όπως και νά’χει πρόκειται για τα αρχικά των παρακάτω λέξεων: as soon as possible δηλ. το συντομότερο δυνατό

account (v, n)

λογαριασμός   Μπορεί να είναι λογ/μός σε τράπεζα (ίσως και το συχνότερο) ή και οπουδήποτε αλλού χρησιμοποιούμε και στα Ελληνικά την ίδια λέξη. Σαν ρήμα έχει παρεμφερή έννοια: λογαριάζω, υπολογίζω, παίρνω υπόψη μου. accountable: υπεύθυνος, κάποιος που θα πρέπει να δώσει λογ/μό για κάτι. accountability: υπευθυνότητα, αλλά και η δυνατότητα να κρατηθεί λογ/μός για κάτι. …

advocate (v, n)

συνηγορώ, υπερασπίζομαι, είμαι υπέρ κάποιου, υποστηρίζω κάποιον ή κάτι   Σαν ουσιαστικό έχει την ίδια βασική έννοια: κάποιος που είναι συνήγορος, που είναι υπέρ κάποιου πράγματος, κάποιας ιδέας ή άποψης. Προσοχή όμως γιατί προφέρονται διαφορετικά το ρήμα από το ουσιαστικό. Παραδείγματα: he was a fervent advocate of freedom of speech ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ελευθερίας …

affect (v)

επηρεάζω Σαν ουσιαστικό θα το βρούμε ελαφρά διαφορετικό και με κάπως αλλαγμένη την έννοια του: affection συναίσθημα affectionate (επίθετο): τρυφερός, -ή, ό affectionately (επίρρημα): με τρυφερότητα, τρυφερά, με συναίσθημα Παραδείγματα: The economic crisis is affecting the citizens of a country. Η οικονομική κρίση επηρεάζει τους πολίτες μιας χώρας. What affects the climate of an area? Τι επηρεάζει …

amateur (adj, n)

ερασιτέχνης, ερασιτεχνικός, -ή, -ό   Παραδείγματα: an amateur photographer: ένας ερασιτέχνης φωτογράφος. this guy is no professional, he’s an amateur: αυτός δεν είναι επαγγελματίας, είναι ερασιτέχνης. Bill Clinton calls Obama an amateur: Ο Μπιλ Κλίντον αποκάλεσε τον Ομπάμα ερασιτέχνη (New York Post, 11-5-2012). An amateur attempt to restore the fresco caused the irreversible destruction of …

amid (prep)

εν μέσω   Επίσης και amidst που είναι ακριβώς το ίδιο.     Παραδείγματα:

among (prep)

ανάμεσα Επίσης και amongst που είναι ακριβώς το ίδιο. Παραδείγματα:

aperture (n)

διάφραγμα (στη φωτογραφία), άνοιγμα Παραδείγματα:

applause (n), applaud (v)

χειροκρότημα, χειροκροτώ, επικροτώ Παραδείγματα: The warm applause she received from the public was completely unexpected. Το θερμό χειροκρότημα του κοινού ήταν τελείως απροσδόκητο. At the end of the concert the public applauded with great enthusiasm. Μετά το τέλος της συναυλίας το κοινό χειροκρότησε με μεγάλο ενθουσιασμό.

apple (n)

μήλο Παραδείγματα: The apples are red Τα μήλα είναι κόκκινα She bought a kilo of apples to make a cake Αγόρασε ένα κιλό μήλα για να φτιάξει ένα κέϊκ I like apples a lot Μ’ αρέσουν πολύ τα μήλα

arise (v)

διεγείρομαι, σηκώνομαι Παραδείγματα:

at (prep)

Για τον προσδιορισμό μιας θέσης τοπικής ή χρονικής. Η ακρίβεια δεν είναι πάρα πολύ σημαντική σ’αυτή την περίπτωση(*). Αν ο χώρος είναι κλειστός και θέλουμε να δώσουμε έμφαση σ’αυτό (το ότι μιλάμε για μία θέση μέσα σ’έναν κλειστό χώρο) θα χρησιμοποιήσουμε μάλλον το in, ενώ αν θέλουμε να πούμε για μία θέση πάνω από ένα …

awake (v, adj)

ξυπνάω, αφυπνίζομαι, ξύπνιος, αφυπνισμένος         Παραδείγματα:

ban (v, n)

απαγορεύω, απαγόρευση Σαν ρήμα είναι ομαλό. Παραδείγματα: Only five states have not yet signed the treaty for the chemical weapons ban. Μόνο πέντε έθνη δεν έχουν ακόμη υπογράψει τη συμφωνία για την απαγόρευση των χημικών όπλων. The regime has banned the use of internet. Το καθεστώς έχει απαγορεύσει τη χρήση του ίντερνετ.

banish (v)

εξορίζω Κάντε το ουσιαστικό προσθέτοντας -ment  στο τέλος: banishment ο εξορισμός. Παραδείγματα: And so, Virginia’s father has been banished. Και έτσι, εξορίστηκε ο πατέρας της Βιρτζίνια.

bankruptcy (n)

πτώχευση, χρεοκοπία   Βγάλτε του το -cy από το τέλος και κάντε το επίθετο: bankrupt χρεοκοπημένος, -η, -ο, πτωχευμένος, -η, -ο Παραδείγματα: They filed for bankruptcy last month έκαναν αίτηση για πτώχευση τον προηγούμενο μήνα. The situation is deteriorating and bankruptcy is imminent η κατάσταση χειροτερεύει και η πτώχευση είναι “προ των πυλών”. You cannot …

be (v)

είμαι, υπάρχω, υφίσταμαι Μάλλον το περισσότερο χρησιμοποιούμενο ρήμα της Αγγλικής γλώσσας. Πως κλίνεται το ρήμα to be.     Παραδείγματα: “To be or not to be, that is the question“. Από τον “Hamlet” του Shakespeare. Ίσως και να είναι η διασημότερη χρήση του ρήματος. Στα Ελληνικά συνήθως μετφράζεται σαν “Να ζει κανείς ή να μη ζει?” αλλά μια …

beat (v, n, adj)

χτυπάω, εξουθενωμένος, νικάω ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες, π.χ. χτύπημα, χτύπος (λ.χ. της καρδιάς), o ρυθμός της μουσικής, ο ρυθμός του βηματισμού Παραδείγματα: when you arrive, beat at the door: όταν φτάσεις, χτύπα την πόρτα the beat of this musical piece is too slow: ο ρυθμός αυτού του κομματιού είναι πολύ αργός U.S. women’s football team …

become (v)

γίνομαι, ταιριάζω Παραδείγματα:

bedraggled (adj), bedraggle (v), draggle (v)

μουσκεύω, μουσκεύομαι, ταλαιπωρημένος, κουρασμένος, μουσκεμένος. draggle: λερώνω, λερώνομαι συνήθως από κάτι μουσκεμένο (όπως λ.χ. από λάσπη) Ελεύθερα,  κάποιες φορές, θα το μεταφράσουμε: σε κακή κατάσταση, σε κακά χάλια, σε άθλια κατάσταση. Παραδείγματα: The U-boat had just been added to the long line of captives which stretched for more than a mile in the Harbour. Το υποβρύχιο προστέθηκε …

begin (v)

αρχίζω, ξεκινάω Παραδείγματα:

belly (v, n)

κοιλιά, στομάχι Σαν ρήμα είναι ομαλό (belly, bellied, bellied, bellying) έχει φυσικά το σχετικό νόημα: κάνω κοιλιά φουσκώνω. Παραδείγματα:  They were eating their dogs, boiled ox and pinecones, and anything else that might fill their aching bellies. Έτρωγαν τα σκυλιά τους, βραστά βόδια και κουκουνάρια και ότι άλλο θα μπορούσε να γεμίσει τα στομάχια τους που …

bend (v, n)

Λυγίζω, κάμπτω, κάμπτομαι Σαν ουσιαστικό διατηρεί την ίδια βασική έννοια: καμπή, καμπύλη, καμπύλωμα Παραδείγματα: you are not supposed to bend the rules: δεν πρέπει να παρακάμπτεις τους κανόνες I always bend over backwards for you: πάντα κάνω τα πάντα για σένα (λυγίζω πίσω ανάποδα) I enjoyed driving in this bending road: απόλαυσα την οδήγηση στο δρόμο με …

bet (v, n)

στοιχηματίζω, στοίχημα Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: betted Παραδείγματα: I bet Mary will arrive first βάζω στοίχημα ότι η Μαίρη θα έρθει πρώτη Place your bets βάλτε τα στοιχήματά σας (δηλ. τις μάρκες π.χ.  πάνω στο τραπέζι στο καζίνο) I’ll bet you anything that … βάζω ότι στοίχημα …

bid (v, n)

προσφέρω όπως π.χ. για να πάρω μία δουλειά ή για να πουλήσω ένα αντικείμενο ή και για να αγοράσω κάτι (λ.χ. σε έναν πλειστηριασμό) Αόριστος και Μετοχή αορίστου κάνουν επίσης και: bade, bidden Παραδείγματα: I bid 2.000 euros for this painting Προσφέρω 2000ε γι’ αυτόν τον πίνακα I bid you farewell σου λέω αντίο (κάπως “μεγαλόσχημο”)    

bite (v, n)

δαγκώνω, δαγκωματιά, δάγκωμα αλλά και τσίμπημα (π.χ. από έντομο) Παραδείγματα:

bleed (v, n, adj)

αιμορραγώ, διαρρέω, αιμορραγία, διαρροή     Σαν ουσιαστικό και ακόμα και σαν επίθετο, έχει τις σχετικές έννοιες.   Παραδείγματα: My arm is bleeding. Τρέχει αίμα από το χέρι μου. Is your leg still bleeding? Τρέχει ακόμα αίμα από το πόδι σου? His nose is bleeding. Τρέχει αίμα απ’ τη μύτη του.

blow (v, n)

Φυσάω, χτυπάω         Σαν ουσιαστικό: φύσημα, χτύπημα, σκάσιμο Παραδείγματα:

bobby (n)

αστυνομικός αγγλικό και informal Παραδείγματα:

bone (n)

κόκκαλο, οστό, κόκαλο bony: με πολλά κόκκαλα Παραδείγματα: The human body has about 200 bones. Το ανθρώπινο σώμα έχει περίπου 200 οστά. I am frozen to the bone, it is so cold today! Έχω παγώσει μέχρι το κόκαλο, έχει τόσο κρύο σημερα! He is bad to the bone. Είναι πολύ κακός (μέχρι το κόκκαλο). Bad to the bone: …

break (v, n)

σπάω, τσακίζω, κομματιάζω, ξεσπάω (π.χ. πόλεμος), σπάσιμο, τσάκισμα, ασυνέχεια   break down: αναλύω, λ.χ. το σύνολο ενός λογ/μού στα κομμάτια που τον απαρτίζουν break out: ξεσπάω, π.χ. σε κλάματα, απ’ τα νεύρα μου, ξεκινάει (ξεσπάει) πόλεμος   Παραδείγματα: This shelf in the refrigerator is broken. It needs to be replaced. Αυτό το ράφι στο ψυγείο …

breed (v, n)

αναπαράγω, αναπαράγομαι, εκτρέφω, ανατροφή, ράτσα         Παραδείγματα:

bring (v)

φέρνω         Παραδείγματα:

broadcast (v, n, adj)

εκπέμπω (ραδιοφωνικά ή τηλεοπτικά)

build (v, n)

Χτίζω, κατασκευάζω Σαν ουσιαστικό διατηρεί την ίδια βασική έννοια: χτίσιμο, κατασκευή, δομή, κοψιά, όψη Παράγωγη λέξη: building κτίριο Παραδείγματα: You build a house with concrete and bricks. Χτίζεις ένα σπίτι με μπετόν και τούβλα. Greece had a strong shipbuilding industry in the past. Η Ελλάδα είχε στο παρελθόν ισχυρή ναυπηγική βιομηχανία. It takes a long …

burn (v, n)

καίω, καίγομαι Σαν ουσιαστικό σημαίνει τα ίδια πράγματα: κάψιμο Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: burned Παραδείγματα:

burst (v, n)

σκάω, διαρρηγνύομαι Ουσιαστικό με την ίδια έννοια

buy (v, n)

αγοράζω, εξαγοράζω, αγορά         Παραδείγματα:

call (v, n)

καλώ, αποκαλώ, φωνάζω   σαν ουσιαστικό έχει την ίδια βασική έννοια.   call off: ακυρώνω call up: παίρνω στο τηλέφωνο (κάπως πιο επιτακτικό ή/και εμφατικό) to call it a day: τέλος για σήμερα, φτάνει για τώρα to be on call: το να είμαι διαθέσιμος εάν μου ζητηθεί (π.χ. για έναν γιατρό) to call collect: κάνω ένα τηλεφώνημα ζητώντας …

can (modal)

μπορώ, κονσέρβα, κονσερβάρω modal verb, δεν αλλάζει στο γ’ πρόσωπο, δηλ. he/she/it can, έχει μόνο αόριστο (could) και μπορεί να είναι μόνο του μόνο αν είναι σε μία πρόταση που είναι η απάντηση σε μία ερώτηση. Αλλιώς συνοδεύει πάντα κάποιο άλλο ρήμα. Δεν παίρνει to ανάμεσα σ’ αυτό και στο ρήμα που συνοδεύει. O χαρακτήρας του …

capable (adj)

ικανός, ικανός για κάτι Παραδείγματα:

capture (n, v)

κατακτώ, καταλαμβάνω, πιάνω Ομαλό ρήμα: captured, captured, capturing Σαν ουσιαστικό έχει την ίδια έννοια: το να κατακτώ/καταλαμβάνω/πιάνω. Παραδείγματα:

castle (n)

κάστρο παραδείγματα: My grandpa lives in a castle. Ο παππούς μου ζει σε ένα κάστρο. In Germany there are lot of castles. Στη Γερμανία υπάρχουν πολλά κάστρα.  

catch (v, n)

πιάνω, συλλαμβάνω, λαβή, ψαριά         Παραδείγματα:

change (v, n)

αλλάζω, αλλαγή, ψιλά, ρέστα σαν ρήμα είναι ομαλό, change, changed, changed, changing Παραδείγματα: you have to change your attitude πρέπει ν’ αλλάξεις τη στάση (συμπεριφορά) σου change the oil filter every 30.000 km αλλάξτε το φίλτρο λαδιού κάθε 15.000 χλμ. wind of change άνεμος αλλαγής I don’t have any change with me δεν έχω ψιλά …

chapter (n)

κεφάλαιο (σε ένα βιβλίο) Παραδείγματα: this book is divided into ten chapters αυτό το βιβλίο έχει 10 κεφάλαια the first chapter of the book is an introductory one το πρώτο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου είναι εισαγωγικό after my divorce I entered a new chapter in my life μετά το διαζύγιό μου άνοιξα ένα νέο κεφάλαιο …

chase (v, n)

κυνηγάω, κυνήγι Σαν ρήμα ομαλό: chase, chased, chased, chasing Παραδείγματα: He is chasing the shadows in the room. Κυνηγάει τις σκιές μέσα στο δωμάτιο. Why are you chasing me? Γιατί με κυνηγάς; The puppy was chasing its tail. Το κουταβάκι κυνηγούσε την ουρά του.

cheese (n)

τυρί παραδείγματα: Say cheese!  Χαμογελάστε (ιδιωματισμός, χρησιμοποιείται για να χαμογελάσουν αυτοί που τους βγάζουμε μία φωτογραφία)! This cheese is yellow. Αυτό το τυρί είναι κίτρινο.  

choose (v)

διαλέγω, επιλέγω, προτιμάω   Ανώμαλο ρήμα: choose, chose, chosen και choosing Το ουσιαστικό του (που εμφανίζεται και σαν επίθετο) χωρίς να διαφέρει πολύ, δεν είναι ακριβώς ίδιο: choice (n, adj): επιλογή, επιλεγμένο, διαλεγμένο   Παραδείγματα: It’s hard to choose with such a huge variety. Είναι δύσκολο να διαλέξεις με τόσο μεγάλη επιλογή. He chose to …

clap (v, n)

χτυπάω παλαμάκια, κάνω ένα κρότο χτυπώντας ένα πράγμα πάνω σε ένα άλλο Σαν ουσιαστικό σημαίνει τα ίδια πράγματα: το να χτυπάω παλαμάκια, ο θόρυβος που γίνεται όταν ένα πράγμα χτυπάει πάνω σε κάποιο άλλο Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: clapped Παραδείγματα:

cling (v)

κολλάω, προσκολλώμαι         Παραδείγματα:

close (v, n, adj, adv)

φέρνω δύο (τουλάχιστον) πράγματα κοντά μέχρι και του σημείου που εμποδίζω σε οτιδήποτε άλλο να περάσει. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις μεταφράζεται κλείνω, προσεγγίζω (*). Μπορεί να χρησιμοποιείται συχνά σαν ρήμα, αλλά εμφανίζεται και σαν ουσιαστικό ή επίθετο ή και επίρρημα. Πάντα με την ίδια βασική έννοια: κλειστά, κλειστός, κοντά, κοντινός   . Θα το βρούμε …

color, colour (v, n)

χρώμα, χρωματίζω, βάφω Για τους Άγγλους με το “u” πριν από το τέλος. Σαν ρήμα είναι ομαλό: color, colored, colored, coloring. Βάφοντας τους τοίχους του σπιτιού σας θα πείτε paint. Παραδείγματα: What is your favorite color? Ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα? Her eye color is blue. Το χρώμα των ματιών της είναι μπλε. Just …

come (v, n)

έρχομαι, φτάνω, σπέρμα (αυτό το τελευταίο μόνο στη μαλλιαρή γλώσσα: slang) Παραδείγματα:

constellation (n)

αστερισμός Παραδείγματα:

cost (v, n)

κοστίζω, κόστος, τιμή Παραδείγματα: It will cost you dearly θα σου κοστίσει “ακριβά” (δηλ. όπως λέμε “θα το πληρώσεις”) Operating costs are very high τα λειτουργικά κόστη είναι πολύ υψηλά Cost/benefit analysis ανάλυση κόστους/οφέλους  

could (modal)

θα μπορούσα modal verb, δεν αλλάζει στο γ’ πρόσωπο, είναι ο αόριστος του can και μπορεί να είναι μόνο του μόνο αν είναι σε μία πρόταση που είναι η απάντηση σε μία ερώτηση. Αλλιώς συνοδεύει πάντα κάποιο άλλο ρήμα. Δεν παίρνει to ανάμεσα σ’ αυτό και στο ρήμα που συνοδεύει. O χαρακτήρας του ρήματος που συνοδεύει αλλάζει …

council (n)

συμβούλιο   Παραδείγματα:

countryside (n)

εξοχή Παραδείγματα: Lack of planning has caused the countryside around this city to deteriorate rapidly Η έλλειψη σχεδιασμού έχει προκαλέσει ταχεία χειροτέρευση της εξοχής γύρω από αυτή την πόλη. Scotland’s countryside is very beautiful Η εξοχή στην Σκοτία είναι πολύ όμορφη. We’ll spend this summer in the countryside θα περάσουμε αυτό το καλοκαίρι στην εξοχή. …

creep (v, n)

έρπομαι, πλησιάζω κάποιον (ή κάτι) προσεκτικά και ύπουλα, ερπετό, ύπουλος άνρθρωπος         Παραδείγματα:

cry (v, n)

κλαίω, κραυγάζω, κραυγή, ουρλιαχτό Ομαλό ρήμα: cry, cried, cried και crying Παραδείγματα: Don’t cry, everything is going to be all right.  Μην κλαίς όλα θα πάνε καλά. I will not cry. I will not shed a tear. Δεν θα κλάψω. Δεν θα χύσω (ούτε) ένα δάκρυ. I could hear a baby crying all day long. …

culprit (n)

ένοχος, υπαίτιος Παραδείγματα: the culprit was finally arrested ο ένοχος συνελήφθη he wasn’t the only culprit δεν ήταν ο μόνος υπαίτιος the police failed to identify a single culprit η αστυνομία δεν κατάφερε να συλλάβει κανέναν ύποπτο

cure (v, n)

θεραπεύω, θεραπεία, γιατρεύω, γιατρειά σπανιότερα σημαίνει και επεξεργασία για ορισμένα τρόφιμα ή άλλα υλικά, ώστε να συντηρηθούν καλύτερα ή να βελτιωθεί η ποιότητά τους.   Παραδείγματα: a cure has yet to be found for cancer ακόμα δεν έχει βρεθεί θεραπεία για τον καρκίνο cured ham and bacon επεξεργασμένο ζαμπόν και μπέϊκον (π.χ. καπνιστό) Jesus cured …

cut (v, n, adj)

κόβω, χαράζω, μειώνω, μικραίνω (κάτι) (με κάτι κοφτερό π.χ. μαχαίρι, λεπίδα) κόψιμο, κομμένος, -η, -ο   ακόμα στρίβω απότομα, κόβω τα χαρτιά Cut the cards κόψε τα χαρτιά We have to cut costs πρέπει να μειώσουμε τα κόστη He cut his hands with a sharp blade έκοψε τα χέρια του με μία κοφτερή λεπίδα He is …

dark (adj, n)

  σκούρος, σκοτεινός, σκοτάδι Ουσιαστικό κι επίθετο με την ίδια βασική έννοια. Όπως πάντα, προσθέστε το -ness για να κάνετε το επίθετο ουσιαστικό. darkness: σκοτάδι Ποιά είν’ η διαφορά ανάμεσα στο ουσιαστικό dark και το darkness? Καμμία! Όμως υπάρχει και ρήμα με βάση την ίδια λέξη: darken: σκοτεινιάζω, κάνω κάτι σκουρότερο, σκοτεινότερο   Παραδείγματα: The …

dead (adj, n, adv)

νεκρός, -ή, -ό μαζί και όλες οι μεταφορικές έννοιες του: κουρασμένος, εξαντλημένος, αδρανής κ.α. σαν νεκρός. Σαν  ουσιαστικό έχει την ίδια ακριβώς έννοια. Σαν επίρρημα έχει το ίδιο νόημα αλλά στα Ελληνικά μερικές φορές θα το μεταφράσουμε ακριβώς, απόλυτα ή κάτι τέτοιο. Συνήθως για κάτι που είναι ακριβώς κάτι άλλο, δηλ. αμετακίνητα ακριβώς, σαν να …

deal (v, n)

Κάνω μια συμφωνία με κάποιον ή για κάτι, χειρίζομαι κάτι, διαπραγματεύομαι, ασχολούμαι με κάτι, μοιράζω τα χαρτιά (χαρτοπαιξία) Σαν ουσιαστικό σημαίνει τα ίδια πράγματα: συμφωνία Παραδείγματα: You usually seal a deal with a handshake Συνήθως σφραγίζεις μια συμφωνία με μία χειραψία. I bought this Mercedes for only $2000. It was a very good deal. Αγόρασα αυτή την …

decide (v)

αποφασίζω decision: απόφαση Παραδείγματα: I have decided to meet you.  Αποφάσισα να σε συναντήσω. My mother decided to move out of this appartment  Η μαμά μου αποφάσισε να μετακομίσουμε απ’ αυτό το διαμέρισμα. It has been a very hard decision, but I had to make it. Ήταν πολύ δύσκολη απόφαση αλλά έπρεπε να την πάρω. In …

designate (v)

καθορίζω, ορίζω, ορισμένος (-η, -ο), καθορισμένος (-η, -ο) Προσοχή στη διαφορά της προφοράς ανάμεσα στο ρήμα και το επίθετο. Παραδείγματα:

dig (v, n)

σκάβω, σκάψιμο, ανασκαφή ανεπίσημα σημαίνει και: καταλαβαίνω ή πιάνω το νόημα   Παραδείγματα:

disappoint (v)

απογοητεύω Κάντε το ουσιαστικό του με -ment στο τέλος: disappointment, απογοήτευση Παραδείγματα: The performance disappointed everybody. Η παράσταση απογοήτευσε τους πάντες. I’m disappointed with your grades.  Είμαι απογοητευμένη με τους βαθμούς σου.  

distress (n, v)

δύσκολη/άσχημη κατάσταση, μεγάλη δυσκολία, έκτακτη κατάσταση, κατάσταση κινδύνου Σαν ρήμα έχει την ίδια βασική έννοια: βρίσκομαι σε δύσκολη/έκτακτη κατάσταση Παραδείγματα:

dive (v, n)

βουτάω, καταδύομαι, βουτιά, κατάδυση   Παραδείγματα:

do (v)

κάνω Πολύ σημαντικό βοηθητικό ρήμα.   Παραδείγματα:

downtown (n)

το κέντρο της πόλης, το νότιο τμήμα μιας πόλης Χρησιμοποιείται περισσότερο στις ΗΠΑ. Το αντίθετό του είναι το uptown, δηλ. το βόρειο κομμάτι μιας πόλης. Παραδείγματα: I’m going to walk downtown. Θα πάω να περπατήσω στο κέντρο της πόλης. Downtown you’ll find a great variety of stores. Στο κέντρο της πόλης θα βρείτε μεγάλη ποικιλία …

draw (v, n)

σύρω, σχεδιάζω, κλήρωση Παραδείγματα:

dream (v, n)

Ονειρεύομαι Σαν ουσιαστικό σημαίνει τα ίδια πράγματα: όνειρο Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: dreamed Παραδείγματα:

drink (v, n)

πίνω Σαν ουσιαστικό έχει ως επί το πλείστον την ίδια βασική έννοια: ποτό Παραδείγματα:

drive (v, n)

οδηγώ, κινώ κάτι προς μία κατεύθυνση, έχω την παρόρμηση για κάτι ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες Παραδείγματα:

drown (v)

πνίγω, πνίγομαι Παραδείγματα: This world is drowning in lies.  Αυτός ο κόσμος πνίγεται στα ψέματα. The poor dog drowned in the cold river. Το καημένο σκυλί πνίγηκε στον ποταμό.  

dwell (v)

κατοικώ, ζώ μόνιμα κάπου, μένω μόνιμα κάπου Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: dwelled Παραδείγματα:

eat (v)

τρώω Παραδείγματα:

engage (v)

αναλαμβάνω (να κάνω κάτι), αρραβωνιάζομαι, εμπλέκομαι (σε κάτι, π.χ. σε μία μελέτη ή σε ακόμα μία αερομαχία) Παραδείγματα:

escape (v, n)

δραπετεύω, ξεφεύγω, το σκάω Σαν ουσιαστικό έχει την ίδια έννοια: διαφυγή, απόδραση, τρόπος διαφυγής, οδός διαφυγής, μικρή δίοδος απ’ την οποία μπορείς να διαφύγεις (π.χ. σε περίπτωση ανάγκης). Παραδείγματα: I want to “escape” from that party. Θέλω να το σκάσω από αυτό το πάρτυ. How did you escape? Πως το έσκασες;

everything (prn)

όλα Παραδείγματα: She told me everything, you don’t have to tell me again. Μου τα είπε όλα,δε χρειάζεται να μου τα πεις πάλι. Have you got everything you need for this project? Έχεις ότι χρειάζεσαι για την εργασία;

except (v, prep, conj)

εξαιρώ, εκτός Σαν ρήμα είναι ομαλό: excepted, excepted, excepting. Θα το βρείτε συχνά και με το for, όπου το νόημα παραμένει το ίδιο. Το ουσιαστικό του δεν διαφέρει και πολύ: exception εξαίρεση. Παραδείγματα: All children except George must remain in the classroom. Όλα τα παιδιά εκτός από το Γιώργο πρέπει να μείνουν στιν τάξη. Nobody will be excepted. …

exclusively (adv)

αποκλειστικά, μόνο για …, ειδικά για …   βγάλτε του την κατάληξη -ly κι έχετε ένα επίθετο με την ίδια βασική έννοια: exclusive, αποκλειστικός, -ή, -ό, ξεχωριστός, ειδικός για … Παραδείγματα: Nikon lenses are made exclusively for Nikon cameras Οι φακοί Nikon φτιάχνονται μόνο για Nikon φωτογραφικές μηχανές

experience (v, n)

εμπειρία, αποκτώ την εμπειρία κάποιου πράγματος Ομαλό ρήμα: experience, experienced, experienced, experiencing Παραδείγματα: I have a lot of experience with Excel.  Έχω πολύ εμπειρία με το Excel. One cannot find a job without experience and cannot get experience without a job.   Δεν μπορείς να βρεις δουλειά χωρίς εμπειρία και δεν μπορείς να αποκτήσεις εμπειρία χωρίς …

explore (v)

διερευνώ, εξερευνώ, ψάχνω, αναζητώ Ομαλό ρήμα: explore, explored, explored, exploring. Κάντε το ουσιαστικό βάζοντας -ation στο τέλος, exploration: εξερεύνηση Ουσιαστικό επίσης (εξερευνητής) με ένα -r στο τέλος: explorer. Φτιάξτε το επίθετό του βάζοντας -oratory στο τέλος, exploratory: εξερευνητικό, διερευνητικό Παραδείγματα: We must continue to explore new possible solutions to this problem. Πρέπει να συνεχίσουμε να …

exposure (n)

έκθεση (π.χ. στη φωτογραφία) η έκθεση ενός αντικειμένου στο φώς, ο χρόνος για τον οποίο έμεινε ανοιχτός ο φωτοφράκτης σε συνδυασμό με το διάφραγμα που χρησιμοποιήθηκε όχι η έκθεση που γράφουν τα παιδιά στο σχολείο Παραδείγματα:

factory (n)

εργοστάσιο παραδείγματα: I work in a factory. Δουλεύω σε ένα εργοστάσιο. Charlie and the chocolate factory.  Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας.  

fag (v, n)

μία αρκετά ιδιόμορφη λέξη με πολλά διαφορετικά νοήματα που θέλει προσοχή στη χρήση: – στα Βρετανο-Αυστραλιανά Αγγλικά: τσιγάρο, μία δουλειά συχνά βαρετή και συχνά σκληρή, αυτό που λέμε αγγαρεία εδώ θα την βρούμε και σαν ρήμα με παρόμοια έννοια: κάνω μία σκληρή και βαρετή δουλειά, μια αγγαρεία, – στα Αμερικάνικα Αγγλικά: πρόκειται για συντόμευση της …

fall (v, n)

πέφτω, πτώση, φθινόπωρο Παραδείγματα: The fall of the Roman Empire …  Η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας … . I fell in love with you the first moment I saw you Σε ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Motorcycle race drivers often fall without hurting themselves thanks to their protective suit Οι οδηγοί αγώνων μοτοσυκλέτας συχνά …

feed (v, n)

τρέφω, τροφοδοτώ, τροφοδοσία   Παραδείγματα:

feel (v, n)

αισθάνομαι, συναισθάνομαι, αίσθηση Προσέξτε τη χρήση του. Είναι μεταβατικό και αμετάβατο. Παραδείγματα: I feel sick today. Αισθάνομαι άρρωστος σήμερα. I feel cold / bad / warm / exhausted / happy / hungry / thirsty / a draft. Αισθάνομαι κρύο (να κρυώνω) / άσχημα / ζέστη (κάνει ζέστη) / εξαντλημένος / ευτυχισμένος / πεινασμένος / διψασμένος …

fight (v, n)

μάχομαι, αγωνίζομαι, παλεύω, μάχη, πάλη   Παραδείγματα:

find (v, n)

βρίσκω, εύρημα   Παραδείγματα:

firefighter (n)

πυροσβέστης Παραδείγματα:

firm (v, n, adj, adv)

σταθεροποιώ, σιγουρεύω, ταιρεία, σταθερά, σταθερός, -ή, -ό, στιβαρός, σφιχτός, σκληρός Σαν επίρρημα θα το βρείτε και: firmly. Σαν επίθετο θα το συναντήσετε και με τους συγκριτικό και υπερθετικό βαθμούς του: firmer, firmest. Σαν ρήμα έχει σχετικά σπάνια χρήση και περισσότερο στην Αμερική (και πάλι πολλές φορές με το up). Παραδείγματα: In order to firm your abdominal …

fit (n)

κρίση, παροξυσμός     Παραδείγματα: He had a fit the moment he saw her Μόλις την είδε άρχισε να κάνει σαν τρελλός

fit (v, n, adj)

ταιριάζω, χωράω, είμαι σε καλή φυσική κατάσταση Σαν ουσιαστικό και επίθετο έχει την ίδια βασική έννοια: ταιριαστός, σε καλή φυσική κατάσταση, κατάλληλος Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: fitted Παραδείγματα: This jacket fits like a glove αυτό το σακάκι σου πάει “γάντι”/σου ταιριάζει τέλεια

flee (v)

φεύγω, διαφεύγω, το σκάω   Παραδείγματα:

fling (v, n)

εκσφενδονίζω, πετάω, πετιέμαι   Παραδείγματα:

fly (v, n)

πετάω, πτήση, μύγα     Παραδείγματα:

forbid (v)

απαγορεύω Παραδείγματα:

forget (v)

ξεχνάω Παραδείγματα:

forgive (v)

συγχωρώ Παραδείγματα:

freeze (v, n)

παγώνω, παγωνιά         Παραδείγματα:

friend (n)

φίλος Παραδείγματα: a friend in need is a friend indeed: ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται he is my best friend: είναι ο καλύτερός μου φίλος those two are bosom friends since elementary school: αυτοί οι δύο είναι επιστήθιοι φίλοι από το δημοτικό we are very close friends: είμαστε πολύ στενοί φίλοι I give you this …

friendship (n)

φιλία Παραδείγματα: the friendship between the US and Canada will last forever: η φιλία ανάμεσα στις ΗΠΑ και τον Καναδά θα κρατήσει για πάντα their friendship resembles that of Damon and Finthias: η φιλία τους θυμίζει εκείνη του Δάμωνα και του Φιντία the value of true friendship is eternal: η αξία της αληθινής φιλίας είναι …

fuzzy (adj)

χνουδωτός, -ή, -ό, θολός, όχι ακριβής ή/και ξεκάθαρος Παραδείγματα: We humans, use a fuzzy logic εμείς οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε μία σχετικά θολή λογική this picture is a little fuzzy. It’s out of focus. αυτή η φωτογραφία είναι λίγο θολή. Δεν είναι σωστά εστιασμένη. Peaches have a fuzzy skin οι γερμάδες έχουν χνουδωτή επιδερμίδα (φλούδα) this …

get (v)

παίρνω, αποκτώ, γίνομαι Ίσως το πιο πολυχρησιμοποιημένο ρήμα της Αγγλικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα ρήμα χαμελαίοντα αφού παίρνει το νόημα του όποιου άλλου ρήματος (και όχι μόνο) συνοδεύει. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί με οποιαδήποτε από τις παρακάτω έννοιες (αλλά και πολλές άλλες): καταλαβαίνω, φτάνω, καταφθάνω, πιάνω, προλαβαίνω, κολλάω, μεταφέρω, μεταδίδω, μεταδίδομαι και πολλά άλλα σε συνδυασμό και …

girl (n)

κορίτσι Παραδείγματα: who’s that girl?: ποιό είναι αυτό το κορίτσι? she’s my girl: είναι το δικό μου κορίτσι (όπως και στα Ελληνικά μπορεί να αναφέρεται στην κόρη κάποιου ή στον δεσμό κάποιου) she is a very pretty girl: είναι πολύ όμορφο κορίτσι      

give (v, n)

Ένα από τα πιο συχνά ρήματα με βασική του έννοια το δίνω, δίδω αλλά που περιστασιακά θα το μεταφράσετε και σαν αποδίδω, παρέχω, παραχωρώ Σαν ουσιαστικό σημαίνει τζόγος, δηλ. η ικανότητα/δυνατότητα να μετακινούμαι λίγο, να υποχωρώ, λ.χ. για μία επιφάνεια που υπό πίεση δεν θ’ αντέξει αλλά θα υποχωρήσει. Πάντως πολύ σπάνια χρησιμοποιείται σαν ουσιαστικό. …

glass (n)

γυαλι, γυαλιά Χρήση ακριβώς όπως και στα Ελληνικά: ο πληθυντικός μπορεί να σημαίνει ποτήρια ή τα γυαλιά που φοράμε ενώ ο ενικός μπορεί να σημαίνει μόνο το ποτήρι. Παραδείγματα:

GMAT

GMAT (αρχικά) Graduate Management Admission Test, δηλ. τεστ αποδοχής σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα διοίκησης επιχειρήσεων. Είναι δηλ. το τεστ που χρειάζετε να δώσετε για να εισαχθείτε σε ένα πρόγραμμα MBA. Το GMAT είναι ένα τεστ που δεν απαιτεί ειδικές πανεπιστημιακές γνώσεις. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν απαιτεί καθόλου πανεπιστημιακές γνώσεις. Όμως η οριμότητα που αποκτά …

go (v, n, adj)

πηγαίνω, φεύγω, έτοιμος ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες Παραδείγματα:

grind (v, n)

τρίβω, κονιορτοποιώ Παραδείγματα:

grow (v)

μεγαλώνω, ωριμάζω, καλλιεργώ     Παραδείγματα:

hang (v, n)

κρεμάω, απαγχονίζω, κρέμασμα get the hang of something: συνηθίζω σε κάτι ή καταλαβαίνω πως λειτουργεί. Παραδείγματα:

have (v, n)

έχω, παίρνω Βοηθητικό ρήμα που χρησιμοποιείται πάρα πολύ με όλα τ’ άλλα ρήματα για να σχηματίσουν τους perfect χρόνους τους. Δεν κλίνεται εκτός από το τρίτο ενικό του ενεστώτα όπου γίνεται has: he has, she has, it has. Θα το συναντήσετε σαν ουσιαστικό μόνο με την παρακάτω ιδιωματική χρήση: … the haves and the have …

heal (v)

επουλώνω, επουλώνομαι, θεραυπεύω, θεραπεύομαι Παραδείγματα: It will take some time to heal. Θα χρειαστεί λίγο χρόνο για να επουλωθεί. The healing power of his medication was very limited. Η θεραπευτική ικανότητα του γιατρικού του ήταν πολύ περιορισμένη.

hear (v)

ακούω Παραδείγματα:

hide (v, n)

κρύβω, κρύβομαι, κρυψώνα, προβιά Παραδείγματα:

hit (v, n)

χτυπάω, φτάνω, πετυχαίνω, χτύπημα, επίτευγμα, επιτυχία Παραδείγματα: they hit them hard τους χτύπησαν σκληρά it became a big hit έγινε μεγάλη επιτυχία the economy has been particularly hard hit η οικονομία χτυπήθηκε πάρα πολύ (δηλ. είναι σε άσχημη κατάσταση) hit the lights άνοιξε (κλείσε) τα φώτα, (φυσικά είναι informal) hit the road Jack πάρε δρόμο …

hold (v, n)

κρατώ, συγκρατώ, σταθεροποιώ, κράτημα Παραδείγματα:

homesick (adj)

κάποιος που έχει πεθυμήσει την πατρίδα του ή το σπίτι του Παραδείγματα: children get homesick easier than adults τα παιδιά πεθυμούν το σπίτι τους ευκολότερα απ’ ότι οι ενήλικες you’ve only been two months in the army and you already feel homesick είσαι μόνο δύο μήνες στο στρατό και έχεις κιόλας πεθυμήσει το σπίτι σου …

homework (n)

εργασία για το σπίτι Παραδείγματα: Why aren’t you doing your homework? Γιατί δεν κάνεις τα μαθήματά σου; I have no homework for tomorrow. Δεν έχω μαθήματα για αύριο.

hurt (v, n, adj)

πληγώνω, τραυματίζω ισχύει και για σωματικά αλλά και για ψυχικά τραύματα Σαν ουσιαστικό και επίθετο έχει την ίδια βασική έννοια: πληγή, τραύμα Παραδείγματα:

imagine (v)

φαντάζομαι Το ουσιαστικό του είναι: imagination δηλ. φαντασία Παραδείγματα: Imagine a world without problems. Φαντάσου ένα κόσμο χωρίς προβλήματα. Imagine yourself in 10 years. Φαντάσου τον εαυτό σου σε 10 χρόνια. Imagine all the people living life in peace … Φαντάσου όλους τους ανθρώπους να ζουν ειρηνική ζωή … (απ’ το ομώνυμο τραγούδι του Τζων …

in (prep, adv, adj)

μέσα, στον, στην, στο Για θέσεις που μπορούμε να πούμε ότι περιβάλλονται από κάτι άλλο, ότι περικλείονται από ένα χώρο. Συνήθως σαν πρόθεση. Μερικές φορές ωστόσο θα το βρούμε και σαν επίρρημα (adverb) ή και (σπανιότερα) σαν επίθετο (adjective) με την ίδια βασική έννοια.   Ακούστε την προφορά όλων των παραδειγμάτων κλικίζοντας στο ηχείο (πάνω αριστερά …

instead (adv)

αντί, αντί για …, αντί του … Πολύ συχνά θα το βρούμε με το of, δηλ. instead of. Παραδείγματα: I don’t have any bourbon. Would you like some scotch instead? Δεν έχω μπουρμπόν. Μήπως θα θέλατε ουίσκυ αντί (για το μπουρμπόν)? Do something instead of sitting here idle? Κάνε κάτι αντί να κάθεσαι αδρανής. She …

intelligent

 έξυπνος, -η, -ο, εφυής Θα το βρείτε και σαν ουσιαστικό: intelligence η εφυϊα, εξυπνάδα, νοημοσύνη, υπηρεσίες κατασκοπείας/αντικατασκοπείας και πληροφοριών γενικότερα, καθώς επίσης και σαν επίρρημα: intelligently με έξυπνο/εφυή τρόπο Παραδείγματα: He is a very intelligent person. Είναι πολύ έξυπνος άνθρωπος. Our intelligence services are often involved in missions beyond our borders. Οι υπηρεσίες πληροφοριών μας …

keep (v, n)

κρατώ, διατηρώ, συνεχίζω, φυλάω, διακράτηση, παρακράτηση Παραδείγματα:

kneel (v, n)

γονατίζω, γονάτισμα Παραδείγματα:

know (v)

ξέρω, γνωρίζω         Πολύ πιο σπάνια θα το συναντήσετε και σαν ουσιαστικό με την ίδια έννοια: γνώση   Παραδείγματα:

launch (v, n)

εκτοξεύω, εξαπολύω, ξεκινάω, καθελκύω Ομαλό σαν ρήμα. Επίσης motor launch: μικρή βάρκα (λάντζα για όσους ξέρουν τη ναυτική γλώσσα). launcher: εκτοξευτήρας, πρόγραμμα που ξεκινάει μία εφαρμογή στο κομπιούτερ. Παραδείγματα: RMS Queen Mary was launched on September 26, 1934. Το Queen Mary καθελκύστηκε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1934.  Apollo 7 was initially scheduled to launch in February 1967. It was …

lay (v, n)

απλώνω, εναποθέτω, βάζω Παραδείγματα:

lead (v, n, adj)

οδηγώ, καθοδηγώ, οδηγός, αρχηγός, προβάδισμα, πρώτος, αρχικός Παραδείγματα:

leap (v, n)

κάνω ένα άλμα, πηδάω (ξεπερνώντας ένα εμπόδιο ή καλύπτοντας μία απόσταση) Έχει την ίδια βασική έννοια όταν είναι ουσιαστικό: άλμα Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: leaped Παραδείγματα:

leave (v, n)

φεύγω, παραιτούμαι, φεύγω με άδεια ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες Παραδείγματα: Leave me alone. Stop bothering me. Άσε με ήσυχο. Σταμάτα να μ’ενοχλείς. He left all his things in the office and disappeared. Άφησε όλα του τα πράγματα στο γραφείο κι εξαφανιστηκε. He left school at 11 o’clock. Έφυγε απ’ το σχολείο στις 11 η ώρα. …

lend (v)

δανείζω, προσφέρω Παραδείγματα:

let (v, n)

επιτρέπω να … , αφήνω να … λ.χ. κάποιον να κάνει κάτι νοικιάζω Ουσιαστικό έχει μόνο η δεύτερη χρήση και έχει την ίδια βασική έννοια: ενοικίαση, περίοδος ή συμφωνία ενοικίασης.   Παραδείγματα: Let’ go ας ξεκινήσουμε, πάμε Let it snow ας χιονίσει (γνωστό Χριστουγεννιάτικο τραγουδάκι) Let it be ας είναι/άσ’το να υπάρχει (γνωστό τραγούδι των Beatles) Rooms to …

lie (v, n)

κείτομαι, είμαι ξαπλωμένος Θέλει προσοχή γιατί ο αόριστός του (lay) είναι ίδιος με τον ενεστώτα του σχεδόν ταυτόσημου σε έννοια lay. Πάντως πολλές φορές θα το μεταφράσουμε: βρίσκεται, είναι Υπάρχει επίσης και σαν to lie, lie (noun): λέω ψέμα, ψέμα (ουσιαστικό) αλλά σ’αυτή την περίπτωση είναι ομαλό: lie, lied, lied Παραδείγματα: On the settee lay a cheap, …

light (v, n, adj)

φωτίζω, φωτεινός, ελαφρύς ουσιαστικό κι επίθετο με παρόμοιες έννοιες Παραδείγματα:

lose (v), loss (n)

χάνω   Το αδελφάκι ουσιαστικό loss σημαίνει: απώλεια, ζημιά, χασούρα Παραδείγματα: He lost a fortune in Las Vegas. Έχασε μια ολόκληρη περιουσία στο Λας Βέγκας. He was losing money but he kept gambling. Έχανε λεφτά αλλά συνέχιζε να παίζει. I lost my job last year. I am still looking for a new one. Έχασα τη …

main (adj, n)

σημαντικότερος, -η, -ο, κύριος Στα Ελληνικά θα το μεταφράσουμε, ανάλογα με την περίπτωση, και με αρκετές άλλες λέξεις: ο πρώτος, ο βασικός, ο βασικότερος, ο επικεφαλής, ο κυριότερος Επίσης είναι και η κεντρική παροχή ρεύματος, νερού ή γκαζιού σε ένα κτίριο ή σε μία κατοικία. Πολύ συχνά χρησιμοποιείται με τον πληθυντικό του. mainly (adv): το επίρρημα της παραπάνω …

majestic (adj)

θαυμάσιος, θαυμαστός, μαγευτικός Παραδείγματα:

make (v, n)

κάνω, φτιάχνω, καθιστώ, είδος, μάρκα (π.χ. αυτ/του) Παραδείγματα: This suit is tailor made. Αυτό το κουστούμι είναι φτιαγμένο από ράφτη (ακριβώς στα μέτρα σου). This new business plan makes no sense. Αυτό το νέο επιχειρηματικό σχέδιο δεν έχει λογική. We can all make a mistake. Όλοι μπορούμε να κάνουμε λάθος. Make your bed and then …

may (modal, n)

μπορώ, μπορεί, ίσως modal verb, δεν αλλάζει στο γ’ πρόσωπο, δηλ. he/she/it may, έχει μόνο αόριστο (might) και στον γραπτό λόγο μπορεί να είναι μόνο του μόνο αν βρίσκεται σε μία πρόταση που είναι η απάντηση σε μία ερώτηση. Αλλιώς συνοδεύει πάντα κάποιο άλλο ρήμα. Στον προφορικό λόγο, συναντιέται μόνο του μόνο όταν είναι αυτονόητο το …

mayor (n)

Δήμαρχος Παραδείγματα:

MBA

MBA (αρχικά) Master of Business Administration Τίτλος μεταπτυχιακών σπουδών στην Διοίκηση Επιχειρήσεων. Θα θέλατε στη ζωή σας να διοικείτε άλλους ανθρώπους? Να γίνετε ένα ψηλόβαθμο στέλεχος εταιρίας? Να έχετε εταιρικό αυτοκίνητο? Να παίρνετε σημαντικές αποφάσεις για τις οποίες ο εργοδότης σας δέχεται να σας δίνει μισθό πάνω από 5 χιλ. ευρώ το μήνα (και στην …

mean (adj)

κακός, κακοήθης Παραδείγματα: His mean behavior caused her violent reaction Η κακή του συμπεριφορά προκάλεσε την βίαιη αντίδρασή της

mean (n, adj)

το μέσον, το οικονομικό ή άλλο μέσον, ο τρόπος, ο μέσος (στη στατιστική), ο ενδιάμεσος Παραδείγματα: By all means, we have to succeed Πέπει να πετύχουμε ότι κι αν γίνει. People were moving out of the destroyed city by all available means Ο κόσμος προσπαθούσε να φύγει απ’ την κατεστραμένη πόλη με όλα τα μέσα …

mean (v)

εννοώ, σημαίνει Παραδείγματα:

meet (v, n)

συναντώ, γνωρίζω, συνάντηση Παραδείγματα:

might (modal, n)

μπορεί, θα μπορούσε, θα μπορούσα,  (ουσιαστικό) μεγάλη δύναμη, σημαντική ισχύς modal verb, δεν αλλάζει στο γ’ πρόσωπο, δηλ. he/she/it might, είναι ο αόριστος του may και συνοδεύει πάντα κάποιο άλλο ρήμα. Να θυμάστε ότι όπως ισχύει για όλα τα modals (εκτός από το ought to), δεν παίρνει to ανάμεσα σ’ αυτό και στο ρήμα που συνοδεύει. O χαρακτήρας …

mistake (v, n)

κάνω λάθος, λάθος Παραδείγματα:

move (v)

κουνάω, κουνιέμαι, κίνηση συχνά θα το συναντήσουμε και με την έννοια συγκινώ, συγκινούμαι, συγκινητικός. Ομαλό ρήμα: move, moved, moved, moving Σαν ουσιαστικό θα το βρούμε και με τη μορφή movement με την ίδια έννοια: κίνηση Παραδείγματα: Sometimes, when I sleep, I feel like I can’t move. Μερικές φορές, όταν κοιμάμαι, νιώθω σαν να μην μπορώ …

municipal (adj)

δημοτικός, κοινοτικός, που ανήκει ή έχει να κάνει με το δήμο ή την κοινότητα Παραδείγματα:  

must (modal)

πρέπει να modal verb, δεν αλλάζει στο γ’ πρόσωπο, δηλ. he/she/it can, δεν έχει αόριστο και μπορεί να είναι μόνο του μόνο αν είναι σε μία πρόταση που είναι η απάντηση σε μία ερώτηση. Αλλιώς συνοδεύει πάντα κάποιο άλλο ρήμα. Δεν παίρνει to ανάμεσα σ’ αυτό και στο ρήμα που συνοδεύει. O χαρακτήρας του ρήματος που …

object (n, v)

αντικείμενο, πράγμα, έχω αντίθετη γνώμη, αντιτίθεμαι Προσοχή όμως στον διαφορετικό τονισμό του ρήματος από εκείνον του ουσιαστικού. Παραδείγματα: a three dimensional object ένα τρισδιάστατο αντικείμενο an unidentified flying object (UFO) ένα αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο (ΑΤΙΑ) the subject of the sentence acts upon the object το υποκείμενο της πρότασης επιδρά ή κάνει κάτι πάνω στο …

on (prep, adv, adj)

πάνω, στο/στον/στην/στη/στις, ανοιχτός, -ή, ό και πολλές άλλες έννοιες όλες γύρω από το ίδιο βασικό νόημα. Τις περισσότερες φορές θα το συναντήσετε σαν πρόθεση και όταν σημαίνει πάνω εννοείται ότι κάτι είναι “Πάνω σε κάτι” (έχοντας επαφή μ’ αυτό) κι όχι πάνω από κάτι χωρίς επαφή μ’ αυτό. Στην δεύτερη περίπτωση θα χρησιμοποιήσουμε την πρόθεση …

opinion (n)

άποψη, γνώμη  Παραδείγματα: This is my opinion.   Αυτή είναι η δικιά μου γνώμη.  What’s your opinion?  Ποια είναι η γνώμη σου?

ought to (modal)

πρέπει να …, έχω υποχρέωση να …, θά’πρεπε να … modal verb, δεν αλλάζει στο γ’ πρόσωπο, δηλ. he/she/it ought to  και μπορεί να είναι μόνο του μόνο αν είναι σε μία πρόταση που είναι η απάντηση σε μία ερώτηση. Αλλιώς συνοδεύει πάντα κάποιο άλλο ρήμα.  Είναι το μοναδικό από τα γνήσια modals, που πηγαίνει πάντα με …

overtime (n)

υπερωρία Παραδείγματα:

parallel (v, n, adj, adv)

παραλληλίζω, παράλληλος, -η, -ο, παράλληλα, παραλλήλως Ομαλό ρήμα: parallel, paralleled ή parallelled, paralleled ή parallelled και paralleling ή parallelling δηλ. θα το βρείτε και με ένα και με δύο “l” όταν παίρνει τις καταλήξεις “-ed” και “-ing”. Σε κάθε περίπτωση η συχνότερη χρήση είναι αυτή του επιθέτου. Παραδείγματα: I parallel her with her mother. Την παραλληλίζω …

pay (v, n, adj)

πληρώνω, πληρωμή, επί πληρωμή Παραδείγματα:

pillow (n)

μαξιλάρι Όπως και με την ελληνική λέξη έχει κι αυτό πολλές μεταφορικές χρήσεις: κάτι μαλακό, κάτι που προστατεύει από κραδασμούς. Επίσης, θα το βρείτε και σαν ρήμα (ιδιαίτερα στα Αμερικανικά Αγγλικά) όπου φυσικά έχει ανάλογες χρήσεις: προστατεύω, υποστηρίζω ή ακουμπάω μαλακά (σαν με μαξιλάρι), τυλίγω (σαν με μαξιλαροθήκη) καθώς και ότι άλλο σχετικό μπορείτε να …

pitcher (n)

κανάτα με χερούλι συνήθως γυάλινη που μπορεί να έχει νερό ή νερό με παγάκια ή ακόμα και κρασί Προσοχή: είναι επίσης και αυτός που πετάει τη μπάλα στο Baseball. Παραδείγματα:

pound (n, v)

χτυπάω, σφυροκοπώ (επαναλαμβανόμενα) Παραδείγματα: pound the meat to make it thinner: χτυπήστε το κρέας για να το κάνετε λεπτότερο our artillery has been pounding enemy positions all day long: το πυροβολικό μας σφυροκοπάει εχθρικές θέσεις όλη μέρα    

practice (n, v)

εξάσκηση, εξασκούμαι Παραδείγματα:

pronunciation (n)

προφορά Μερικές φορές μπορεί και να σημαίνει την ανακοίνωση, τη δήλωση. Το ρήμα του διαφέρει ελαφρώς στον τρόπο που γράφεται αλλά όχι στο νόημα. pronounce: προφέρω Παραδείγματα: English pronunciation is difficult.  Η προφορά των Αγγλικών είναι δύσκολη. This word has two different pronunciations with two different meanings.  Αυτή η λέξη έχει δύο διαφορετικές προφορές με δύο διαφορετικές έννοιες. You …

propose (v)

προτείνω Έχει δύο ουσιαστικά: proposal, proposition, πρόταση Πολύ σημαντικό: το πρώτο είναι και η πρόταση γάμου.   Παραδείγματα: I have an idea to propose. Έχω μια ιδέα να προτείνω. His proposal caught me by surprise. Η πρότασή του μ’έπιασε απροετοίμαστη.

prove (v)

αποδεικνύω Παραδείγματα:

provide (v)

προμηθεύω, παρέχω, δίνω, προβλέπω την παροχή και ακόμα κάνω τις ενέργειες εκείνες που θα μου επιτρέψουν ή εξασφαλίσουν την παροχή (κάποιου πράγματος) στο μέλλον. Είναι ένα από τα όχι και τόσα πολλά ρήματα χωρίς έννοια ουσιαστικού ή και επιθέτου. Το ουσιαστικό του είναι το provision. Eίναι ομαλό στους χρόνους του: provide, provided, provided.

Prussia (n)

Πρωσία, παλιά Γερμανία Κάντε το ουσιαστικό ή επίθετο προσθέτοντάς του ένα -n στο τέλος: prussian, πρώσος. Παραδείγματα: Prussia was a kingdom. Η Πρωσία ήταν βασίλειο. The flag of Prussia showed a black eagle on a white background.  H σημαία της Πρωσίας έδειχνε έναν μαύρο αετό σε άσπρο φόντο.

pumpkin (n)

κολοκύθα Προσοχή: δεν μιλάμε για τα κολοκύθια (πράσινα στενόμακρα). Ο όρος αφορά μόνο τη μεγάλη κολοκύθα (κίτρινη/πορτοκαλί). Σημαντικό επίσης ότι ο όρος χρησιμοποιείται και σαν ένδειξη τρυφερότητας για ανθρώπους που οι σχέσεις τους είναι στενές (π.χ. το κορίτσι σου). Φυσικά δεν μεταφράζεται στα Ελληνικά γιατί τα κολοκύθια και τις κολοκύθες τα έχουμε σε μικρότερη υπόληψη …

push (v)

σπρώχνω, ωθώ, πιέζω, σπρώξιμο, ώθηση Ομαλό ρήμα: push, pushed, pushed, pushing Κάντε το επίθετο προσθέτοντας -y στο τέλος: pushy, πιεστικός, δηλ. κάποιος που ενοχλεί τους άλλους. Παραδείγματα: The manager was pushing too hard for results. Ο Διευθυντής πίεζε πάρα πολύ για αποτελέσματα. Stop pushing me around.  Σταμάτα να μ’ενοχλείς. I don’t buy from that store …

put (v, n, adj)

Βάζω, τοποθετώ Σαν ουσιαστικό έχει πολύ σπάνια χρήση και σαν επίθετο σημαίνει παρόμοια με το ρήμα πράγματα, π.χ. σταθερός, τοποθετημένος Υπάρχει ένα χρηματοοικονομικό παράγωγο που λέγεται put και ουσιαστικά σημαίνει ότι κάποια αξία έχει μπει (τοποθετηθεί) για πώληση Don’t put all the eggs in one basket μη βάζεις όλα τ’ αυγά στο ίδιο καλάθι put …

quit (v, n, adj)

παραιτούμαι, σταματάω αλλά και εξοφλώ, απαλλάσσομαι λ.χ. από μία υποχρέωση. Ουσιαστικό και επίθετο με τις ίδιες βασικές έννοιες όπως και το ρήμα. I quit my job παραιτήθηκα απ’ τη δουλειά μου I can’t quit smoking δεν μπορώ να κόψω το κάπνισμα Quit calling me that late at night σταμάτα να με παίρνεις (στο τηλέφωνο) τόσο …

rag (v, n)

κουρέλι, πανί όπως δηλ. εκείνο που ξεσκονίζουμε τα έπιπλά μας και σχεδόν με τις ίδιες μεταφορικές έννοιες που έχει και η ελληνική λέξη: έγινα κουρέλι, μ’έκανε κουρέλι (π.χ. με ρεζίλεψε). Επίσης μία κακής ποιότητας εφημερίδα (ή έντυπο γενικότερα) μπορούμε να την αποκαλέσουμε rag. Όμως στα Ελληνικά λέμε ότι αυτό το αμάξι ή αυτό το σπίτι …

raise (n, v)

αύξηση, σήκωμα, ανέβασμα, ανεβάζω, σηκώνω, σηκώνομαι Παραδείγματα:

rare (adj)

σπάνιος Κάντε το επίρρημα προσθέτοντας -ly στο τέλος: rarely, δηλ. σπάνια. Κάντε το ουσιαστικό προσθέτοντας -ness: rareness, δηλ. η σπανιότητα. Όμως θα το βρείτε σαν ουσιαστικό και με μία ακόμα μορφή: rarity, δηλ. και πάλι η σπανιότητα. Παραδείγματα: This kind of animal is rare.  Αυτό το είδος του ζώου είναι σπάνιο. He has a collection of …

reason (v, n)

λόγος, σκέφτομαι λογικά, συγκροτώ λογική σκέψη, εξηγώ με λογικό τρόπο Ομαλό ρήμα reason, reasoned, reasoned, reasoning reasonable: λογικός, λογικευμένος     Παραδείγματα: Is there a reason for which you didn’t call me yesterday?  Υπάρχει λόγος που δεν μου τηλεφώνησες χθες? Tell me a reason, why I should believe you. Πες μου ένα λόγο, γιατί να σε πιστέψω. …

reconcile (v)

συμφιλιώνω, συμφιλιώνομαι, γεφυρώνω τις διαφορές,  Ομαλό ρήμα: reconcile, reconciled, reconciled, reconciling Κάντε το ουσιαστικό προσθέτοντας -ation στο τέλος (το τελικό -e πρέπει να φύγει): reconciliation, η συμφιλίωση. Παραδείγματα: Aria and Mary begin to reconcile.  Η Άρια και η Μαίρη αρχίζουν να συμφιλιώνονται. I reconciled all my differences with my friend Helen.  Εγώ συμφιλιώθηκα με την φίλη μου την Ελένη, …

reject (v)

απορρίπτω Όπως πάντα οι Αμερικανοί θα το χρησιμοποιήσουν και σαν ουσιαστικοποιημένο επίθετο. Συνήθως, όμως, το ουσιαστικό του είναι: rejection. Παραδείγματα: She rejected me.  Αυτή με απέρριψε. His body rejected the implant, a few days after the operation. Το σώμα του απέρριψε το εμφύτευμα λίγες μέρες μετά την εγχείρηση. My application for admission to MIT was …

rejoice (v)

παίρνω χαρά, χαίρομαι, χαροποιούμαι, αισθάνομαι αγαλίαση Ομαλό ρήμα: rejoicing, rejoiced

relative (adj, n)

συγγενής, σχετικός, -ή, -ό Παραδείγματα: I didn’t know that you two are relatives.  Δεν ήξερα πως εσείς οι δύο είστε συγγενείς. Is he your relative? Είναι συγγενής σου; My great-grandfather was born in Russia. We still have a lot of relatives there. Ο προπάππους μου γεννήθηκε στη Ρωσία. Έχουμε ακόμα πολλούς συγγενείς εκεί.

reluctant (adj)

απρόθυμος, -η, -ο Θα το βρούμε και σαν: ουσιαστικό, reluctance: απροθυμία επίρρημα, reluctantly: με το ζόρι, δύσκολα, απρόθυμα   Παραδείγματα: She was very reluctant to answer the questions of the police, but then she had no choice. Ήταν πολύ απρόθυμη στο να απαντήσει τις ερωτήσεις της αστυνομίας, αλλά από την άλλη δεν είχε κι άλλη επιλογή. Aria reluctantly …

replace (v)

αντικαθιστώ, ξαναβάζω κάτι στη θέση του Ομαλό ρήμα: replaced, replaced, replacing Παραδείγματα:

revolution (n)

επανάσταση Σημαίνει επίσης και περιστροφή (π.χ. γύρω από έναν άξονα) Παραδείγματα: The french revolution was started in 1789. Η Γαλλική επανάσταση ξεκίνησε το 1789. In Greek, the 25th of March, the Greek Independence Day, is called “The Revolution against the Ottoman Empire”. Στα Ελληνικά, η 25η Μαρτίου, η Ημέρα Ανεξαρτησίας της Ελλάδας, λέγεται “Η επανάσταση εναντίον …

rich (adj)

πλούσιος, -α, -ο Παραδείγματα: Lady Gaga is rich.  Η Lady Gaga είναι πλούσια. Most nuts are rich in unsaturated fats. Οι περισσότεροι ξηροί καρποί είναι πλούσιοι σε ακόρεστα λιπαρά.

rid (v)

απελευθερώνομαι, ξεφορτώνομαι Get rid of all these extra pounds ξεφορτώσου τα επιπλέον κιλά Rid yourself of all the worries απελευθερώσου απ’ τις σκοτούρες   Μερικές φορές ο αόριστος και η μετοχή του: ridded όπως τα ομαλά ρήματα.

ride (v, n)

ιππεύω, μετακινούμαι με αυτ/το, μοτ/τα ή τραίνο, όχημα, η μετακίνηση με κάποιο όχημα Παραδείγματα: Are you going to  fly or ride your motorcycle to Boston? Θα πας με το αεροπλάνο ή με τη μοτοσυκλέτα σου στη Βοστώνη? I ride the bus every day to work Πάω με το λεωφορείο κάθε μέρα στη δουλειά. She learned how …

ring (v, n)

περικυκλώνω, κυκλώνω κουδουνίζω Σαν ουσιαστικό έχει τις ίδιες δύο βασικές έννοιες: δαχτυλίδι κουδούνι, καμπανάκι

rise (v, n)

σηκώνομαι, εγείρομαι ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες Παραδείγματα:

river (n)

ποταμός Παραδείγματα: Mississippi is the longest river in the United States. Ο Μισσισσιπής είναι ο μακρύτερος ποταμός των ΗΠΑ. The Danube river passes through many European capitals. Ο ποταμός Δούναβης περνάει από πολλές Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

run (v, n)

τρέχω, φεύγω Ουσιαστικό: τρέξιμο, φευγιό Παραδείγματα:

sail (v, n)

ταξιδεύω στη θάλασσα (ιδιαίτερα με ιστιοφόρο σκάφος), ιστία, πανιά ιστιοφόρου Συγκενικές λέξεις και έννοιες: sailor ναύτης sailing ιστιοπλοϊα Παραδείγματα: I would sail to the end of the world if I have you with me Θα ταξίδευα και στην άκρη του κόσμου αν σε είχα μαζί μου Sailing is a very interesting sport Η ιστιοπλοϊα είναι …

save (v, n, prep)

διασώζω, σώζω, αποταμιεύω, διάσωση (ιδιαίτερα στο baseball) Σαν ρήμα είναι ομαλό: save, saved, saved και saving. Σαν πρόθεση σημαίνει εκτός, εκτός από …,  με εξαίρεση … , μείον Επίσης: saving (n): αποταμίευση, περικοπή/μείωση κόστους αλλά και διάσωση. Πολύ σπάνια και σαν επίθετο και πρόθεση με το ίδιο νόημα. Στην Αμερική πολύ συχνά στον πληθυντικό για το ίδιο …

say (v, n)

λέω, μιλάω, ρητό, λόγος Παραδείγματα:

search (v, n)

ψάχνω, έρευνα, έλεγχος Ομαλό ρήμα: search, searched, searched, searching Παραδείγματα: I was searching for hours! I never found that notebook? Έψαχνα για ώρες! Δεν το βρήκα το σημειωματάριο. The police are searching all vehicles for drugs. Η αστυνομία ψάχνει όλα τα οχήματα για ναρκωτικά. My search for a new apartment failed. I couldn’t find one for less …

see (v)

βλέπω, καταλαβαίνω Παραδείγματα:

seek (v)

ψάχνω, αναζητώ, επιδιώκω Παραδείγματα:

selfish (adj)

εγωιστής, -τρια, εγωιστικός Μετατρέψτε το επίθετο σε επίρρημα ή ουσιαστικό προσθέτοντάς του τις καταλήξεις: -ly και -ness αντίστοιχα. selfishly, δηλ. με εγωισμό, εγωιστικά και selfishness, δηλ. εγωισμός, εγωπάθεια Παραδείγματα: Don’t be selfish! Μην είσαι εγωιστής! I don’t like selfish people. Δεν συμπαθώ τους εγωιστές. He became the president of the union but has always been …

sell (v, n)

πουλάω, πώληση Παραδείγματα:

send (v)

στέλνω, αποστέλλω Παραδείγματα:

set (v, n, adj)

στήνω, βάζω, τοποθετώ, σταθεροποιώ, ομάδα, συλλογή   Ακόμα: αυτό που στα Ελληνικά μαθηματικά λέμε σύνολο   Παραδείγματα: all set έτοιμος ή και πανέτοιμος set up the chess board στήσε τη σκακιέρα (λ.χ. για να παίξουμε) a set of five numbers ένα σύνολο πέντε αριθμών She is setting him up του τη στήνει λ.χ. για να του κάνει …

sew (v)

συρράπτω, ράβω, μπαλώνω Παραδείγματα:

shadow (v, n)

σκιά, παρακολουθώ κάποιον (γίνομαι σκιά του) Ομαλό ρήμα: shadow, shadowed, shadowed, shadowing Παραδείγματα: We shadowed the suspect for two days. Παρακολουθήσαμε τον ύποπτο για 2 μέρες. Why are you chasing your shadow? You can’t catch it! Γιατί κυνηγάς τη σκιά σου; Δεν μπορείς να την πιάσεις!

shake (v, n)

κουνάω, ταρακουνάω, τρέμω ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες Παραδείγματα: Shaken but not stirred κουνημένο αλλά όχι ανακατεμένο ο (διάσημος) τρόπος με τον οποίο προτιμάει το Martini του ο James Bond Shake hands δίνω (δίνουμε) το χέρι (τα χέρια) για χειραψία. I am all shook up είμαι αναστατωμένος/ταραγμένος (γνωστό τραγουδάκι του Elvis Prisley). Shake off ξεφορτώνομαι (κάποιον …

shall (modal)

θα …, θέλω να …, πρόκειτα να … modal verb, δεν αλλάζει στο γ’ πρόσωπο, δηλ. he/she/it shall, έχει μόνο αόριστο (should) και μπορεί να είναι μόνο του μόνο αν η πρόταση στην οποία βρίσκεται είναι η απάντηση σε μία ερώτηση. Αλλιώς συνοδεύει πάντα κάποιο άλλο ρήμα. Δεν παίρνει to ανάμεσα σ’ αυτό και στο ρήμα …

shave (v)

ξυρίζομαι, ξυρίζω Παραδείγματα:

shine (v, n)

λάμπω, λάμψη Παραδείγματα:

shoot (v, n)

πυροβολώ, φωτογραφίζω, πετάγομαι ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες. Φυσικά θα τ’ ακούσετε να χρησιμοποιείται και στα σπορ (μπάσκετ, βόλλεϋ κλπ) και γενικά σε ότι μπορεί να περιέχει το να ρίχνεις ή να πετάς ή να εκτοξεύεις κάτι με δύνομη προς κάποιον στόχο. και ακόμα σαν shot (παράγωγο καθομιλουμένης, ιδιαίτερα Αμερικάνικο) με ενδιαφέρουσες ιδιωματικές χρήσεις (βλ. παρακάτω στα …

should (modal)

πρέπει να …, έχω υποχρέωση να …, θά’πρεπε να … modal verb, δεν αλλάζει στο γ’ πρόσωπο, δηλ. he/she/it should, είναι ο αόριστος του shall και μπορεί να είναι μόνο του μόνο αν είναι σε μία πρόταση που είναι η απάντηση σε μία ερώτηση. Αλλιώς συνοδεύει πάντα κάποιο άλλο ρήμα. Δεν παίρνει to ανάμεσα σ’ αυτό και …

show (v, n)

δείχνω, επιδεικνύω, αποδεικνύω (στα μαθηματικά) ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες Παραδείγματα:

shrink (v, n)

συρρικνώνομαι, συρρικνώνω, μειώνω, μειώνομαι Σας ουσιαστικό διατηρεί την ίδια βασική έννοια: μείωση, συρρίκνωση και επιπλεον ψυχίατρος Παραδείγματα:

shut (v, n, adj)

  κλείνω, κλειστός, -ή, -ό     … he kept his eyes shut while … : … κράτησε τα μάτια του κλειστά ενώ … Shut the door: κλείσε την πόρτα Shut your mouth! ή Shut up!: κλείστο, ράψ’ το (το στόμα σου) shut down, shut off: σταματάω τη λειτουργία π.χ. ενός εργοστασίου, μιας μηχανής they …

sing (v)

τραγουδώ Παραδείγματα:

sink (v, n)

βυθίζομαι, βυθίζω, βουλιάζω Προσοχή! Σαν ουσιαστικό έχει λίγο διαφορετική έννοια: λάκκος, λεκάνη, νεροχύτης Παραδείγματα:

sit (v)

κάθομαι, ποζάρω     Παραδείγματα: Please sit down. Παρακαλώ καθίστε. Our cat always sits on her pillow. Η γάτα μας κάθεται πάντα στο μαξιλάρι της. Sit back and enjoy the ride. Κάθισε αναπαυτικά και απόλαυσε τη διαδρομή. Today she is sitting for a photography session. Σήμερα θα πάει να ποζάρει σε μία φωτογράφιση. He sat …

sky (n)

ουρανός   Παραδείγματα:   In the morning the sky is blue. Το πρωί ο ουρανός είναι μπλέ. All the stars we can see in the sky belong to our galaxy.  Όλα τ’ αστέρια που μπορούμε να δούμε στον ουρανό, ανήκουν στο Γαλαξία μας. The brightest star in the sky is Sirius. Το λαμπρότερο αστέρι στον ουρανό …

slang (n)

για μια λέξη, φράση ή και ένα ολόκληρο κομμάτι μιας γλώσσας μαλλιαρή, αργκό Θ’ ακούσετε πολλές λέξεις/φράσεις αυτής της κατηγορίας ειδικά σε ταινίες (που προσπαθούν να απεικονίσουν την πραγματικότητα) και ενώ κάποιες απ’ αυτές ανήκουν στην ομάδα των λέξεων που στα Ελληνικά αποκαλούμε βωμολοχίες, υπάρχουν κι αρκετές άλλες που ανήκουν απλώς στον χώρο της καθομιλουμένης. …

sleep (v, n)

κοιμάμαι, ύπνος Παραδείγματα:

slide (v, n)

γλισστρώ, ολισθαίνω, γλίστρα, γλίστρημα Παραδείγματα:

slow (v, adj)

αργώ, καθυστερώ, επιβραδύνω, αργός, -ή, -ό Σαν ρήμα είναι ομαλό: slow, slowed, slowed, slowing Σαν επίθετο σχηματίζει τον συγκριτικό και υπερθετικό βαθμό ομαλά: slower, slowest Προσθέστε του την κατάληξη -ly για να το κάνετε επίρρημα: slowly δηλ. αργά Προσθέστε την κατάληξη -ness για να μετατρέψετε το επίθετο σε ουσιαστικό: slowness δηλ. βραδύτητα Παραδείγματα: Business is …

slump (v, n)

καθίζηση, απότομη πτώση (για αξίες, τιμές, ποσότητες) Σαν ρήμα έχει την ίδια βασική έννοια (καθιζάνω, κατακρημνίζομαι) και είναι ομαλό: slumped, slumped, slumping Παραδείγματα:

smell (v, n)

Μυρίζω, μυρίζομαι, οσφραίνομαι, βρωμάω Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: smelled Σαν ουσιαστικό έχει την ίδια βασική έννοια: μυρωδιά, όσφρηση, βρώμα Παραδείγματα:

spawn (v, n)

παράγω ή/και εναποθέτω τ’ αυγά μου (αν είμαι ψάρι), γεννοβολάω π.χ. ιδέες, παράγω, προκαλώ, αρχειοθετώ, βάζω στη σειρά, βάζω όλα μαζί. Ομαλό σαν ρήμα: spawn, spawned, spawned  και spawning Σαν ουσιαστικό σημαίνει την πράξη της παραγωγής ή της γέννησης των αυγών ή τα αυγά τα ίδια που είναι τοποθετημένα σε μια στοίβα ή σε μια σειρά. …

speak (v)

μιλάω         Παραδείγματα: