Επιστροφή σε Dictionary

advocate (v, n)

συνηγορώ, υπερασπίζομαι, είμαι υπέρ κάποιου, υποστηρίζω κάποιον ή κάτι

 

Σαν ουσιαστικό έχει την ίδια βασική έννοια: κάποιος που είναι συνήγορος, που είναι υπέρ κάποιου πράγματος, κάποιας ιδέας ή άποψης.

Προσοχή όμως γιατί προφέρονται διαφορετικά το ρήμα από το ουσιαστικό.

Παραδείγματα:

  • he was a fervent advocate of freedom of speech ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ελευθερίας του λόγου
  • this doctor advocates euthanasia αυτός ο γιατρός είναι υπέρ της ευθανασίας

 

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar