↑ Επιστροφή σε Dictionary

affect (v)

επηρεάζω

Σαν ουσιαστικό θα το βρούμε ελαφρά διαφορετικό και με κάπως αλλαγμένη την έννοια του: affection συναίσθημα

affectionate (επίθετο): τρυφερός, -ή, ό

affectionately (επίρρημα): με τρυφερότητα, τρυφερά, με συναίσθημα

Παραδείγματα:

  • The economic crisis is affecting the citizens of a country. Η οικονομική κρίση επηρεάζει τους πολίτες μιας χώρας.
  • What affects the climate of an area? Τι επηρεάζει το κλίμα μιας περιοχής;
  • She took the little girl in her arms and caressed her face affectionately. Πήρε το κοριτσάκι στα χέρια της και χάϊδεψε το πρόσωπό της τρυφερά.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar