Επιστροφή σε Dictionary

amateur (adj, n)

ερασιτέχνης, ερασιτεχνικός, -ή, -ό

 

Παραδείγματα:

  • an amateur photographer: ένας ερασιτέχνης φωτογράφος.
  • this guy is no professional, he’s an amateur: αυτός δεν είναι επαγγελματίας, είναι ερασιτέχνης.
  • Bill Clinton calls Obama an amateur: Ο Μπιλ Κλίντον αποκάλεσε τον Ομπάμα ερασιτέχνη (New York Post, 11-5-2012).
  • An amateur attempt to restore the fresco caused the irreversible destruction of a priceless century old masterpiece: Ερασιτεχνική προσπάθεια αποκατάστασης της τοιχογραφίας, προκάλεσε την ανεπανόρθωτη καταστροφή ενός ανεκτίμητου αριστουργήματος ηλικίας 100 ετών.
  • An amateur attempt to sing a famous song is doomed to failure: Μία ερασιτεχνική προσπάθεια να αποδοθεί ένα διάσημο τραγούδι είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar