Επιστροφή σε Dictionary

aperture (n)

διάφραγμα (στη φωτογραφία), άνοιγμα

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων