Επιστροφή σε Dictionary

applause (n), applaud (v)

χειροκρότημα, χειροκροτώ, επικροτώ

Παραδείγματα:

  • The warm applause she received from the public was completely unexpected. Το θερμό χειροκρότημα του κοινού ήταν τελείως απροσδόκητο.
  • At the end of the concert the public applauded with great enthusiasm. Μετά το τέλος της συναυλίας το κοινό χειροκρότησε με μεγάλο ενθουσιασμό.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar