↑ Επιστροφή σε Dictionary

awake (v, adj)

ξυπνάω, αφυπνίζομαι, ξύπνιος, αφυπνισμένος

 

 

 

 

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar