Επιστροφή σε Dictionary

beat (v, n, adj)

χτυπάω, εξουθενωμένος, νικάω

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες, π.χ. χτύπημα, χτύπος (λ.χ. της καρδιάς), o ρυθμός της μουσικής, ο ρυθμός του βηματισμού

Παραδείγματα:

  • when you arrive, beat at the door: όταν φτάσεις, χτύπα την πόρτα
  • the beat of this musical piece is too slow: ο ρυθμός αυτού του κομματιού είναι πολύ αργός
  • U.S. women’s football team beats Japan in the Olympics: η Αμερικανική ομάδα ποδοσφαίρου γυναικών νικάει την Ιαπωνία στους Ολυμπιακούς
  • he was beating the meat (slang): αυνανιζόταν (μαλιαρή)
  • he beat it twice with all the force he could summon το χτύπησε δύο φορές με όλη τη δύναμε που μπορούσε να βάλει.
  • the rain was beating against the window η βροχή χτυπούσε το παράθυρο
  • What’s the square root of 2, asked George. It beats me, answered Nik. Ποιά είναι η τετραγωνική ρίζα του 2, ρώτησε ο Γιώργος. Δεν έχω ιδέα (κατά λέξη: με νικάει, δηλ. αυτό το πρόβλημα) απάντησε ο Νίκος (καθομιλουμένη)
  • his heart beat violently η καρδιά του χτύπησε βίαια
  • He was fairly beaten Νικήθηκε (αυτός) δίκαια
  • … beneath this uniform beats one of the bravest and noblest hearts in the whole army. Alexandre Dumas – The Count of Monte Cristo κάτω από αυτή τη στολή χτυπάει μία από τις πιο γενναίες και ευγενικές καρδιές όλου του στρατού.
  • He beat his hand upon his breast, confessing: mea culpa. James Joyce – Ulysses Χτύπησε το χέρι του πάνω στο στήθος του παραδεχόμενος: δικό μου λάθος.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων