Επιστροφή σε Dictionary

become (v)

γίνομαι, ταιριάζω

Παραδείγματα:

  • I wanted to be a pilot but I became a teacher ΄Ηθελα να γίνω πιλότος αλλά έγινα δάσκαλος
  • I don’t know what is to become of a boy that will act like that. Mark Twain – Adventures of Tom Sawyer Δεν ξέρω τι θα γίνει ένα αγόρι που θα συμπεριφερθεί έτσι
  • She is pregnant. After 9 months she’ll become a mother for the first time. Είναι έγκυος. Μετά από 9 μήνες θα γίνει μητέρα για πρώτη φορά.
  • Hawaii became the 50th state of the US in 1959 Η Χαβάϊ έγινε η 50ή πολιτεία των ΗΠ το 1959
  • This song helped him become very famous Αυτό το τραγούδι τον βοήθησε να γίνει διάσημος
  • Go talk to her, become acquainted Πήγαινε μίλησέ της (να) γνωριστείτε
  • I usually become happier after I have a drink or two Συνήθως γίνομαι πιο ευτυχισμένος μετά από κανά δυο ποτά
  • When John saw her, his face became as red as a drop of blood, and he could scarcely utter a word. Hans Christian Andersen – The Travelling Companion Όταν ο Γιάννης την είδε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο σαν μια σταγόνα αίμα και δεν μπορούσε ν’αρθρώσει λέξη.
  • Death becomes her Γνωστη ταινία με τους Meryl Streep, Bruce Willis Ο θάνατος της ταιριάζει (της πάει)
  • His fears became a reality Οι φόβοι του έγιναν πραγματικότητα
  • That hat becomes you Αυτό το καπέλο σου πάει
  • And there is a Catskill eagle in some souls that can alike dive down into the blackest gorges, and soar out of them again and become invisible in the sunny spaces. Herman Melville – Moby Dick; or The Whale Και υπάρχει ένας αετός (των βουνών Catskill) μέσα σε κάποιες ψυχές που μπορεί και να βουτήξει μέσα στα πιο σκοτεινά φαράγγια και να αναδυθεί απ’αυτά ξανά και να γίνει αόρατος μέσα στη λιακάδα (ελεύθ. μετάφραση)

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων