Επιστροφή σε Dictionary

bedraggled (adj), bedraggle (v), draggle (v)

μουσκεύω, μουσκεύομαι, ταλαιπωρημένος, κουρασμένος, μουσκεμένος.

draggle: λερώνω, λερώνομαι συνήθως από κάτι μουσκεμένο (όπως λ.χ. από λάσπη)

Ελεύθερα,  κάποιες φορές, θα το μεταφράσουμε: σε κακή κατάσταση, σε κακά χάλια, σε άθλια κατάσταση.

bedraggled

Bedraggled sparrows

Παραδείγματα:

  • The U-boat had just been added to the long line of captives which stretched for more than a mile in the Harbour. Το υποβρύχιο προστέθηκε στη μακριά γραμμή των αιχαμλωτισμένων σκαφών που εκτεινόταν για περισσότερο από ένα μίλι στο λιμάνι.
  • The bedraggled cat fell sick the next day. Η μουσκεμένη γάτα αρρώστησε την επόμενη μέρα.
  • The bedraggled rider got off his motorbike and ran for shelter. Ο μουσκεμένος αναβάτης κατέβηκε από τη μοτοσυκλέτα του και έτρεξε προς κάποιο μέρος που παρείχε προστασία.
  • The bedraggled wanderer had to look for dry clothes to change. Ο μουσκεμένος περιπλανώμενος έπρεπε να ψάξει για στεγνά ρούχα για ν’αλλάξει.
  • The boat was found by the Coast Guard with more 20 bedraggled women and children on board. Η βάρκα βρέθηκε από την ακτοφυλακή με περισσότερες από 20 καταταλαιπωρημένες γυναίκες και παιδιά.
  • The bedraggled woman looked beautiful but in need of assistance. Η βρεγμένη γυναίκα φαινόταν όμορφη αλλά χρειαζόταν βοήθεια.
  • After playing for more than half an hour in the rain, on the muddy field, the bedraggled football players were in need of a break. Έχοντας παίξει περισσότερο από μισή ώρα στο λασπωμένο γήπεδο, οι μουσκεμένοι παίκτες χρειαζόντουσαν ένα διάλειμμα.
  • The bedraggled sparrow seemed as if begging me to open the window and let it in. Το μουσκεμένο σπουργίτι φαινόταν να με παρακαλάει ν’ανοίξω το παράθυρο και να τ’αφήσω να μπει μέσα.
  • The bedraggled birds seem to enjoy very much their bath. Τα πουλιά, μούσκεμα, φαινόντουσαν να απολαμβάνουν πάρα πολύ το μπάνιο.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar