↑ Επιστροφή σε Dictionary

belly (v, n)

κοιλιά, στομάχι

Σαν ρήμα είναι ομαλό (belly, bellied, bellied, bellying) έχει φυσικά το σχετικό νόημα: κάνω κοιλιά φουσκώνω.

Παραδείγματα:

  •  They were eating their dogs, boiled ox and pinecones, and anything else that might fill their aching bellies. Έτρωγαν τα σκυλιά τους, βραστά βόδια και κουκουνάρια και ότι άλλο θα μπορούσε να γεμίσει τα στομάχια τους που πονούσαν.
  • Because of the huge quantities of bier he consumes, he has developed a big round belly. ΣΕξαιτίας της πολύ μπύρας που πίνει έχει κάνει μία μεγάλη στρογγυλή κοιλιά.
  • The treasure was hidden deep in the belly of the ship. Ο θυσαυρός ήταν κρυμμένος βαθιά στην κοιλιά του πλοίου.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar