↑ Επιστροφή σε Dictionary

bend (v, n)

Λυγίζω, κάμπτω, κάμπτομαι

Σαν ουσιαστικό διατηρεί την ίδια βασική έννοια: καμπή, καμπύλη, καμπύλωμα

Παραδείγματα:

  • you are not supposed to bend the rules: δεν πρέπει να παρακάμπτεις τους κανόνες
  • I always bend over backwards for you: πάντα κάνω τα πάντα για σένα (λυγίζω πίσω ανάποδα)
  • I enjoyed driving in this bending road: απόλαυσα την οδήγηση στο δρόμο με τις στροφές

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar