Επιστροφή σε Dictionary

bend (v, n)

Λυγίζω, κάμπτω, κάμπτομαι

Σαν ουσιαστικό διατηρεί την ίδια βασική έννοια: καμπή, καμπύλη, καμπύλωμα

Παραδείγματα:

  • you are not supposed to bend the rules: δεν πρέπει να παρακάμπτεις τους κανόνες
  • I always bend over backwards for you: πάντα κάνω τα πάντα για σένα (λυγίζω πίσω ανάποδα)
  • I enjoyed driving in this bending road: απόλαυσα την οδήγηση στο δρόμο με τις στροφές
  • he stood bending over the balustrade and … στάθηκε γέρνοντας πάνω στην κουπαστή και …
  • the steel sword bent easily το ατσάλινο ξίφος λύγισε εύκολα
  • it bent under the heavy load λύγισε υπό το βαρύ φορτίο
  • he bent the rod of gold and twisted it with greeat dexterity transforming it into a beautiful ring λύγισε το χρυσό κομμάτι και το έστριψε με μεγάλη δεξιοτεχνία μετατρέποντάς το σε ένα όμορφο δαχτυλίδι
  • The teacher bent over the pupil’s shoulder and looked at his notes Ο δάσκαλος έσκυψε πάνω από τον ώμο του μαθητή και κοίταξε στις σημειώσεις του
  • The man was in great pain. He had a bent thigh. Ο άνθρωπος πονούσε πολύ. Είχε έναν στραβό μηρό.
  • “Tell me in my ear,” said Miss Havisham, bending down. Charles Dickens – Great Expectations Πές μου στ’αυτί είπε η κα. Χάβισαμ σκύβωντας.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων