↑ Επιστροφή σε Dictionary

bet (v, n)

στοιχηματίζω, στοίχημα

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: betted

Παραδείγματα:

  • I bet Mary will arrive first βάζω στοίχημα ότι η Μαίρη θα έρθει πρώτη
  • Place your bets βάλτε τα στοιχήματά σας (δηλ. τις μάρκες π.χ.  πάνω στο τραπέζι στο καζίνο)
  • I’ll bet you anything that … βάζω ότι στοίχημα θέλεις ότι …

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar