Επιστροφή σε Dictionary

bid (v, n)

προσφέρω

όπως π.χ. για να πάρω μία δουλειά ή για να πουλήσω ένα αντικείμενο ή και για να αγοράσω κάτι (λ.χ. σε έναν πλειστηριασμό)

Αόριστος και Μετοχή αορίστου κάνουν επίσης και: badebidden

Παραδείγματα:

  • I bid 2.000 euros for this painting Προσφέρω 2000ε γι’ αυτόν τον πίνακα
  • I bid you farewell σου λέω αντίο (κάπως «μεγαλόσχημο»)

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων