Επιστροφή σε Dictionary

bite (v, n)

δαγκώνω, δαγκωματιά, δάγκωμα αλλά και τσίμπημα (π.χ. από έντομο)

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων