↑ Επιστροφή σε Dictionary

bleed (v, n, adj)

αιμορραγώ, διαρρέω, αιμορραγία, διαρροή

 

 

Σαν ουσιαστικό και ακόμα και σαν επίθετο, έχει τις σχετικές έννοιες.

 

Παραδείγματα:

  • My arm is bleeding. Τρέχει αίμα από το χέρι μου.
  • Is your leg still bleeding? Τρέχει ακόμα αίμα από το πόδι σου?
  • His nose is bleeding. Τρέχει αίμα απ’ τη μύτη του.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar