↑ Επιστροφή σε Dictionary

blow (v, n)

Φυσάω, χτυπάω

 

 

 

 

Σαν ουσιαστικό: φύσημα, χτύπημα, σκάσιμο

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar