Επιστροφή σε Dictionary

bone (n)

bones

California Sea Lion Skeleton, Staatliches Museum für Naturkunde Karlsruhe, Germany, by H. Zell

κόκκαλο, οστό, κόκαλο

bony: με πολλά κόκκαλα

Παραδείγματα:

  • The human body has about 200 bones. Το ανθρώπινο σώμα έχει περίπου 200 οστά.
  • I am frozen to the bone, it is so cold today! Έχω παγώσει μέχρι το κόκαλο, έχει τόσο κρύο σημερα!
  • He is bad to the bone. Είναι πολύ κακός (μέχρι το κόκκαλο). Bad to the bone: Γνωστό τραγουδάκι του George Thorogood.
  • Exposure to radiation kills many of the cells of the bone marrow. Η έκθεση σε ακτινοβολία σκοτώνει πολλά από τα κύτταρα του μυελού των οστών.
  • The doctor had to saw through the bone to complete the amputation. Ο γιατρός έπρεπε να πριονίσει το κόκκαλο για να ολοκληρώση τον ακρωτηριασμό.
  • Three tiny bones inside the human ear transmit the sound. Τρία οστάρια μέσα στο ανθρώπινο αυτί μεταφέρουν τον ήχο.
  • This meat has a lot of bones. Αυτό το κρέας έχει πολλά κόκκαλα.
  • My fish is too bony. I don’t want to eat it. Το ψάρι μου έχει πολλά κόκκαλα. Δεν θέλω να το φάω.
  • Birds have very strong and light bones. Τα πουλιά έχουν δυνατά κι ελαφριά κόκκαλα.
  • All the bones together are called the skeleton. Όλα τα κόκκαλα μαζί τα λέμε σκελετό.

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar