Επιστροφή σε Dictionary

breed (v, n)

αναπαράγω, αναπαράγομαι, εκτρέφω, ανατροφή, ράτσα

 

 

 

 

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων