Επιστροφή σε Dictionary

breed (v, n)

αναπαράγω, αναπαράγομαι, εκτρέφω, ανατροφή, ράτσα

Παραδείγματα:

  • Ancient Greece bred great philosophers Η Αρχαία Ελλάδα έδωσε σπουδαίους φιλισόφους
  • This new breed of cows yields a lot of milk Αυτή η νέα ράτσα αγελάδων παράγει πολύ γάλα
  • They breed pedigree dogs Εκτρέφουν σκυλιά ράτσας
  • Crime breeds in poverty το έγκλημα αναπαράγεται μέσα στη φτώχια
  • This other Eden, demi-paradise … This happy breed of men, this little world, This precious stone set in the silver sea … A.S.M. Hutchinson – If Winter Comes Αυτή η Εδέμ, ο σχεδόν παράδεισος … Αυτή η γενιά των ευτυχισμένων ανθρώπων, αυτός ο πολύτιμος λίθος αφημένος στην ασημένια θάλασσα …
  • to hide something that had a corruption of its own, worse than the corruption of death itself–something that would breed horrors and yet would never die. Oscar Wilde – The Picture of Dorian Gray για να κρύψει κάτι που είχε μια δική του διαφθορά, χειρότερη απ’τη διαφθορά του θανάτου του ίδιου – κάτι που θα φέρει τρόμο κι ωστόσο δεν θα πεθάνει ποτέ.
  • These husbandmen till the ground, breed cattle, hew wood, and convey it to the towns either by land or water, … Thomas More – Utopia Αυτοί οι γεωργοί δουλεύουν τη γη, εκτρέφουν ζώα, ξυλεύονται τα δάση και μεταφέρουν την ξυλεία στις πόλεις μέσω στεριάς ή θάλασσας …
  • Hear me, Pip! I adopted her, to be loved. I bred her and educated her, to be loved. Charles Dickens – Great Expectations Άκουσέ με Πίπ: την υιοθέτησα για να αγαπηθεί. Την μεγάλωσα και την εκπαίδευσα (την ανέθρεψα) για να αγαπηθεί.
  • … and that there were ways of living in that vast city, which those who had been bred up in country parts had no idea of. Charles Dickens – Oliver Twist … κι ότι υπήρχαν τρόποι να ζεις σ’αυτή την τεράστια πόλη, για τους οποίους όσοι είχαν μεγαλώσει στην επαρχία δεν είχαν ιδέα.
  • … that the Count of Monte Cristo was by no means a highly bred gentleman. Alexandre Dumas – The Count of Monte Cristo

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων