↑ Επιστροφή σε Dictionary

breed (v, n)

αναπαράγω, αναπαράγομαι, εκτρέφω, ανατροφή, ράτσα

 

 

 

 

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar