↑ Επιστροφή σε Dictionary

burn (v, n)

καίω, καίγομαι

Σαν ουσιαστικό σημαίνει τα ίδια πράγματα:

κάψιμο

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: burned

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar