Επιστροφή σε Dictionary

burn (v, n)

καίω, καίγομαι

Σαν ουσιαστικό σημαίνει τα ίδια πράγματα:

κάψιμο

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: burned

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων