Επιστροφή σε Dictionary

burst (v, n)

σκάω, διαρρηγνύομαι

Ουσιαστικό με την ίδια έννοια

Παραδείγματα:

  • The balloon burst. Το μπαλόνι έσκασε.
  • The bag was full and burst at the seams. Η τσάντα ήταν γεμάτη και είχε σκάσει στις ραφές.
  • She was bursting with curiosity. Έσκαγε από περιέργεια.
  • The freezing cold caused the pipes to burst. Οι σωλήνες έσκασαν λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών.
  • High blood pressure can cause a blood vessel in the brain burst and lead to a stroke. Η υψηλή πίεση μπορεί να σπάσει ένα αγγείο στον εγκέφαλο και (πράγμα που) θα οδηγήσει σε εγκεφαλικό.
  • The girls burst into a laughter Τα κορίτσια ξέσπασαν σε γέλια
  • She heard the bad news and she burst into tears Άκουσε τα άσχημα νέα και ξέσπασε σε δάκρυα
  • Under the heavy load the tires of the vehicle burst Κάτω από το βαρύ φορτίο τα λάστιχα του οχήματος έσκασαν
  • Mother and I had a so-called “discussion” today, but the annoying part is that I burst into tears. Anne Frank – The Diary Of A Young Girl Η μαμά κι εγώ είχαμε μία “συζήτηση” σήμερα, αλλά το κομμάτι που μ’ενοχλεί είναι που ξεσπάω σε δάκρυα.
  • We had not gone far when three cannon were fired ahead of us with a sound that seemed to burst something inside my ear. Charles Dickens – Great Expectations Δεν είχαμε προχωρήσει πολύ όταν τρεις κανονιές ακούστηκαν μπροστά μας με έναν ήχο που μ’έκανε να αισθανθώ ότι κάτι έσπασε μέσα στ’αυτιά μου.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων