Επιστροφή σε Dictionary

burst (v, n)

σκάω, διαρρηγνύομαι

Ουσιαστικό με την ίδια έννοια

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων