Επιστροφή σε Dictionary

call (v, n)

καλώ, αποκαλώ, φωνάζω

 

σαν ουσιαστικό έχει την ίδια βασική έννοια.

 

call off: ακυρώνω

call up: παίρνω στο τηλέφωνο (κάπως πιο επιτακτικό ή/και εμφατικό)

to call it a day: τέλος για σήμερα, φτάνει για τώρα

to be on call: το να είμαι διαθέσιμος εάν μου ζητηθεί (π.χ. για έναν γιατρό)

to call collect: κάνω ένα τηλεφώνημα ζητώντας η χρέωση να γίνει σ’ αυτόν που καλώ

 

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων