Επιστροφή σε Dictionary

capture (n, v)

κατακτώ, καταλαμβάνω, πιάνω

Ομαλό ρήμα: captured, captured, capturing

Σαν ουσιαστικό έχει την ίδια έννοια: το να κατακτώ/καταλαμβάνω/πιάνω.

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar