↑ Επιστροφή σε Dictionary

castle (n)

κάστρο

παραδείγματα:

  • My grandpa lives in a castle. Ο παππούς μου ζει σε ένα κάστρο.
  • In Germany there are lot of castles. Στη Γερμανία υπάρχουν πολλά κάστρα.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar