Επιστροφή σε Dictionary

change (v, n)

αλλάζω, αλλαγή, ψιλά, ρέστα

σαν ρήμα είναι ομαλό, change, changed, changed, changing

Παραδείγματα:

you have to change your attitude πρέπει ν’ αλλάξεις τη στάση (συμπεριφορά) σου

change the oil filter every 30.000 km αλλάξτε το φίλτρο λαδιού κάθε 15.000 χλμ.

wind of change άνεμος αλλαγής

I don’t have any change with me δεν έχω ψιλά (κέρματα) μαζί μου

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar