Επιστροφή σε Dictionary

chase (v, n)

κυνηγάω, κυνήγι

Σαν ρήμα ομαλό: chase, chased, chased, chasing

Παραδείγματα:

  • He is chasing the shadows in the room. Κυνηγάει τις σκιές μέσα στο δωμάτιο.
  • Why are you chasing me? Γιατί με κυνηγάς;
  • The puppy was chasing its tail. Το κουταβάκι κυνηγούσε την ουρά του.

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar