Επιστροφή σε Dictionary

choose (v)

διαλέγω, επιλέγω, προτιμάω

 

Ανώμαλο ρήμα: choose, chose, chosen και choosing

Το ουσιαστικό του (που εμφανίζεται και σαν επίθετο) χωρίς να διαφέρει πολύ, δεν είναι ακριβώς ίδιο:

choice (n, adj): επιλογή, επιλεγμένο, διαλεγμένο

 

Παραδείγματα:

  • It’s hard to choose with such a huge variety. Είναι δύσκολο να διαλέξεις με τόσο μεγάλη επιλογή.
  • He chose to follow a different direction. Διάλεξε μία διαφορετική κατεύθυνση.
  • I must choose one of the two. Πρέπει να διαλέξω ένα από τα δύο.
  • She always chooses her sister over her brother. Πάντα προτιμάει την αδελφή της από τον αδελφό της.
  • You have a choice: you could either stay here with me or move in with your boyfriend. Μπορείς να διαλέξεις: είτε μένεις εδώ μαζί μου ή μετακομίζεις στου φίλου σου.
  • It’s your choice. Είναι δικιά σου επιλογή.
  • I wish I had one more choice. Mακάρι να είχα μια ακόμα ευκαιρία.
  • This is choice A, USDA beef. Αυτό είναι Α’ διαλογής (Υπουργείου Γεωργίας των ΗΠΑ) βοδινό (κρέας).

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar