↑ Επιστροφή σε Dictionary

clap (v, n)

χτυπάω παλαμάκια, κάνω ένα κρότο χτυπώντας ένα πράγμα πάνω σε ένα άλλο

Σαν ουσιαστικό σημαίνει τα ίδια πράγματα:

το να χτυπάω παλαμάκια, ο θόρυβος που γίνεται όταν ένα πράγμα χτυπάει πάνω σε κάποιο άλλο

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: clapped

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar