Επιστροφή σε Dictionary

cling (v)

κολλάω, προσκολλώμαι

 

 

 

 

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων