Επιστροφή σε Dictionary

close (v, n, adj, adv)


φέρνω δύο (τουλάχιστον) πράγματα κοντά μέχρι και του σημείου που εμποδίζω σε οτιδήποτε άλλο να περάσει. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις μεταφράζεται

κλείνω, προσεγγίζω

(*).
Μπορεί να χρησιμοποιείται συχνά σαν ρήμα, αλλά εμφανίζεται και σαν ουσιαστικό ή επίθετο ή και επίρρημα. Πάντα με την ίδια βασική έννοια:

κλειστά, κλειστός, κοντά, κοντινός

 

.
Θα το βρούμε και με αρκετές προθέσεις που εξειδικεύουν το νόημά του:

 

close-up: ένα πολύ κοντινό φωτογραφικό ή κινηματογραφικό πλάνο

close-in: προσεγγίζω σε κάτι, πλησιάζω, έρχομαι πιο κοντά

 

(*) ένα πολύ συχνό λάθος, που κάνουμε εμείς οι Έλληνες, μεταφράζοντας στα Αγγλικά τη φράση π.χ. κλείνω (καθώς και ανοίγω) το φως. Σ’ αυτή την περίπτωση το ελληνικό κλείνω (ή ανοίγω) θα πρέπει να αποδοθεί στα Αγγλικά με το shut, switch, turn σε συνδυασμό με ένα από  τα επιρρήματα on/off.

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar