↑ Επιστροφή σε Dictionary

color, colour (v, n)

χρώμα, χρωματίζω, βάφω

Για τους Άγγλους με το “u” πριν από το τέλος.

Σαν ρήμα είναι ομαλό: color, colored, colored, coloring.

Βάφοντας τους τοίχους του σπιτιού σας θα πείτε paint.

Παραδείγματα:

  • What is your favorite color? Ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα?
  • Her eye color is blue. Το χρώμα των ματιών της είναι μπλε.
  • Just one drop of the chemical colored the entire glass red. Μία σταγόνα από το χημικό, έβαψε όλο το ποτήρι κόκκινο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar