Επιστροφή σε Dictionary

come (v, n)

έρχομαι, φτάνω, σπέρμα

(αυτό το τελευταίο μόνο στη μαλλιαρή γλώσσα: slang)

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar