Επιστροφή σε Dictionary

cost (v, n)

κοστίζω, κόστος, τιμή

Παραδείγματα:

  • It will cost you dearly θα σου κοστίσει “ακριβά” (δηλ. όπως λέμε “θα το πληρώσεις”)
  • Operating costs are very high τα λειτουργικά κόστη είναι πολύ υψηλά
  • Cost/benefit analysis ανάλυση κόστους/οφέλους

 

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar