Επιστροφή σε Dictionary

countryside (n)

εξοχή

Παραδείγματα:

  • Lack of planning has caused the countryside around this city to deteriorate rapidly Η έλλειψη σχεδιασμού έχει προκαλέσει ταχεία χειροτέρευση της εξοχής γύρω από αυτή την πόλη.
  • Scotland’s countryside is very beautiful Η εξοχή στην Σκοτία είναι πολύ όμορφη.
  • We’ll spend this summer in the countryside θα περάσουμε αυτό το καλοκαίρι στην εξοχή.

 

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar