Επιστροφή σε Dictionary

creep (v, n)

έρπομαι, πλησιάζω κάποιον (ή κάτι) προσεκτικά και ύπουλα, ερπετό, ύπουλος άνρθρωπος

 

 

 

 

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar