Επιστροφή σε Dictionary

cry (v, n)

κλαίω, κραυγάζω, κραυγή, ουρλιαχτό

Ομαλό ρήμα: cry, cried, cried και crying

Παραδείγματα:

  • Don’t cry, everything is going to be all right.  Μην κλαίς όλα θα πάνε καλά.
  • I will not cry. I will not shed a tear. Δεν θα κλάψω. Δεν θα χύσω (ούτε) ένα δάκρυ.
  • I could hear a baby crying all day long. Άκουγα ένα μωρό να κλαίει όλη μέρα.
  • I was sitting on my bed and cried the whole evening. Καθόμουν στο κρεβάτι μου και έκλαιγα όλο το απόγευμα.
  • The cry of the wolf can be very scary if it’s late at night and you are alone in the woods. Το ουρλιαχτό του λύκου μπορεί να είναι πολύ τρομακτικό αν είσαι μόνος σου στο δάσος αργά τη νύχτα.

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar