Επιστροφή σε Dictionary

culprit (n)

ένοχος, υπαίτιος

Παραδείγματα:

the culprit was finally arrested ο ένοχος συνελήφθη

he wasn’t the only culprit δεν ήταν ο μόνος υπαίτιος

the police failed to identify a single culprit η αστυνομία δεν κατάφερε να συλλάβει κανέναν ύποπτο

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων