Επιστροφή σε Dictionary

culprit (n)

ένοχος, υπαίτιος

Παραδείγματα:

  • the culprit was finally arrested ο ένοχος συνελήφθη
  • he wasn’t the only culprit δεν ήταν ο μόνος υπαίτιος
  • The engine was misfiring. I found out that the culprit was a faulty spark plug  Ο κινητήρας λειτουργούσε ακανόνιστα. Ανακάλυψα ότι έφτεγε ένα χαλασμένο μπουζί (αναφλεκτήρας)
  • Engineers Have a Culprit in the Strange Collapse of 7 World Trade Center: Diesel Fuel The NYT 29-11-2001 Οι μηχανικοί βρήκαν τον ένοχο της ανεξήγητης κατάρρευσης του World Trade Center 7: καύσιμο ντίζελ
  • In the event of a recession the culprit is more likely to be markets than monetary policy. FT 9-1-2019 Σε περίπτωση ύφεσης ο ένοχος είναι πιθανότερο να είναι οι αγορές παρά η νομισματική πολιτική.
  • the police failed to identify a single culprit η αστυνομία δεν κατάφερε να συλλάβει κανέναν ύποπτο
  • New medical study indicates that lack of exercise is the main culprit in childhood obesity in the US. Νέα ιατρική μελέτη δείχνει ότι η έλλειψη άσκησης είναι ο κύριος υπαίτιος της παιδικής παχυσαρκίας στις ΗΠΑ.
  • ‘I know who the culprit is’, said the detective. ‘But I will need another 48 hours to prove it’, he added. “Ξέρω ποιός είναι ο ένοχος”, είπε ο ντετέκτιβ. “Αλλά θα χρειαστώ 48 ώρες ακόμα για να τ’αποδείξω”, πρόσθεσε.
  • He stopped just as his … friend, still accompanied by the two young culprits, entered the room. Charles Dickens – Hard Times Σταμάτησε ακριβώς μόλις ο … φίλος του, συνοδευόμενος ακόμα από τους δύο νεαρούς ενόχους, μπήκε στο δωμάτιο.



Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων