Επιστροφή σε Dictionary

cure (v, n)

θεραπεύω, θεραπεία, γιατρεύω, γιατρειά

σπανιότερα σημαίνει και επεξεργασία για ορισμένα τρόφιμα ή άλλα υλικά, ώστε να συντηρηθούν καλύτερα ή να βελτιωθεί η ποιότητά τους.

 

Παραδείγματα:

a cure has yet to be found for cancer ακόμα δεν έχει βρεθεί θεραπεία για τον καρκίνο

cured ham and bacon επεξεργασμένο ζαμπόν και μπέϊκον (π.χ. καπνιστό)

Jesus cured the blind man ο Ιησούς θεράπευσε τον τυφλό

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar