↑ Επιστροφή σε Dictionary

cut (v, n, adj)

κόβω, χαράζω, μειώνω, μικραίνω (κάτι)

(με κάτι κοφτερό π.χ. μαχαίρι, λεπίδα)

κόψιμο, κομμένος, -η, -ο

 

ακόμα στρίβω απότομα, κόβω τα χαρτιά

Cut the cards κόψε τα χαρτιά

We have to cut costs πρέπει να μειώσουμε τα κόστη

He cut his hands with a sharp blade έκοψε τα χέρια του με μία κοφτερή λεπίδα

He is known to cut corners έχει τη φήμη του ανθρώπου που “κόβει δρόμο” (δηλ. δεν ακολουθεί τον κανονικό δρόμο)

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar