Επιστροφή σε Dictionary

cut (v, n, adj)

κόβω, χαράζω, μειώνω, μικραίνω (κάτι)

(με κάτι κοφτερό π.χ. μαχαίρι, λεπίδα)

κόψιμο, κομμένος, -η, -ο

ακόμα στρίβω απότομα, κόβω τα χαρτιά

  • Cut the cards κόψε τα χαρτιά
  • We have to cut costs πρέπει να μειώσουμε τα κόστη
  • He cut his hands with a sharp blade έκοψε τα χέρια του με μία κοφτερή λεπίδα
  • He is known to cut corners έχει τη φήμη του ανθρώπου που “κόβει δρόμο” (δηλ. δεν ακολουθεί τον κανονικό δρόμο)
  • cut the bag open κόψε το σάκο (για ν’ανοίξει)
  • He cut the leather with great dexterity Έκοψε το δέρμα με μεγάλη δεξιοτεχνία
  • I didn’t mean to cut you off. I only wanted to say this … Δεν ήθελα να σε κόψω. Ήθελα μόνο να πω αυτό …
  • You can cut meat with a knife. Μπορείς να κόψεις κρέας με ένα μαχαίρι.
  • The laser beam cut the piece of metal like butter. Η ακτίνα του λέϊζερ έκοψε το μέταλλο σαν να ήταν βούτυρο.
  • … he cut himself a crust of bread, and threw the knife down with a noise. Charles Dickens – Hard Times … έκοψε στον εαυτό του ένα κομμάτι ψωμί και πέταξε το μαχαίρι κάτω με θόρυβο.
  • But, if he had cut the end of his nose off, he would have put …
    Charles Dickens – A Christmas Carol Αλλά, εάν είχε κόψει τη μύτη του, θα είχε βάλει …

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων