↑ Επιστροφή σε Dictionary

designate (v)

καθορίζω, ορίζω, ορισμένος (-η, -ο), καθορισμένος (-η, -ο)

Προσοχή στη διαφορά της προφοράς ανάμεσα στο ρήμα και το επίθετο.

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar