Επιστροφή σε Dictionary

designate (v)

καθορίζω, ορίζω, ορισμένος (-η, -ο), καθορισμένος (-η, -ο)

Προσοχή στη διαφορά της προφοράς ανάμεσα στο ρήμα και το επίθετο.

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων