↑ Επιστροφή σε Dictionary

dig (v, n)

σκάβω, σκάψιμο, ανασκαφή

ανεπίσημα σημαίνει και: καταλαβαίνω ή πιάνω το νόημα

 

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar