Επιστροφή σε Dictionary

dive (v, n)

βουτάω, καταδύομαι, βουτιά, κατάδυση

 

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων