Επιστροφή σε Dictionary

downtown (n)

το κέντρο της πόλης, το νότιο τμήμα μιας πόλης

Χρησιμοποιείται περισσότερο στις ΗΠΑ.

Το αντίθετό του είναι το uptown, δηλ. το βόρειο κομμάτι μιας πόλης.

Παραδείγματα:

  • I’m going to walk downtown. Θα πάω να περπατήσω στο κέντρο της πόλης.
  • Downtown you’ll find a great variety of stores. Στο κέντρο της πόλης θα βρείτε μεγάλη ποικιλία από μαγαζιά.
  • Tomorrow I’ll go shopping downtown. Αύριο θα πάω για ψώνια στο κέντρο της πόλης.
  • The part of Manhattan south of the 14th Street is usually called downtown. Το κομμάτι του Μανχάτταν νότια της 14ης οδού λέγεται downtown.
  • This bus is going uptown. Αυτό το λεωφορείο πηγαίνει βόρεια.
  • Looking south from the top of the Empire State Building, you can see downtown New York. Κοιτώντας νότια από την κορυφή του Empire State Building βλέπεις το νότιο κομμάτι της πόλης.

 

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar