↑ Επιστροφή σε Dictionary

drive (v, n)

οδηγώ, κινώ κάτι προς μία κατεύθυνση, έχω την παρόρμηση για κάτι

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar