Επιστροφή σε Dictionary

drown (v)

πνίγω, πνίγομαι

Παραδείγματα:

  • This world is drowning in lies.  Αυτός ο κόσμος πνίγεται στα ψέματα.
  • The poor dog drowned in the cold river. Το καημένο σκυλί πνίγηκε στον ποταμό.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar