Επιστροφή σε Dictionary

dwell (v)

κατοικώ, ζώ μόνιμα κάπου, μένω μόνιμα κάπου

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: dwelled

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων