Επιστροφή σε Dictionary

dwell (v)

κατοικώ, ζώ μόνιμα κάπου, μένω μόνιμα κάπου

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: dwelled

dwelling: ουσιαστικό με την ίδια έννοια, δηλ. κατοικία

dweller: ο κάτοικος, ουσιαστικό επίσης

Παραδείγματα:

  • In 1950, 7 percent of Rio de Janeiro’s population dwelt in favelas. Today (2018) this number has grown to about 20 percent or one in five people. Το 1950 7% του πληθυσμού του Ρίο κατοικούσαν σε φαβέλες. Σήμερα αυτός ο αριθμός έχει αυξηθεί σε περίπου 20% ή ένας στους πέντε ανθρώπους.
  • do you see this castle? There dwell the King and his family. βλέπεις αυτό το κάστρο. Εκεί κατοικεί ο βασιλειάς κι η οικογένειά του.
  • The dwellings in this part of the City are very expensive Victorian style villas. Σ’αυτή την περιοχή της πόλης οι κατοικίες είναι πολύ ακριβές Βικτοριανού στυλ βίλες.
  • God dwells in all of us. Ο Θεός κατοικεί μέσα σ’όλους μας.
  • Even a reporter in a live broadcast can make a mistake. It is best to refocus and continue and not dwell on that mistake. (μεταφ. χρήση) Ακόμα κι ένας δημοσιογράφος μπορεί να κάνει ένα λάθος σε μία ζωντανή μετάδοση. Είναι καλύτερα να συγκεντρωθεί και να συνεχίσει παρά να παραμείνει στο λάθος.
  • He had no idea that this could dwell in the thoughts of his fair young wife … Charles Dickens – A Tale of two Cities Δεν είχε ιδέα ότι αυτό θα μπορούσε να μείνει μόνιμα (μεταφ. χρήση) στις σκέψεις της όμορφης νεαρής γυναίκας του …
  • A short time before, the mole had dug a long passage under the earth, which led from the dwelling of the field-mouse to his own, … Hans Christian Andersen – Little Tiny or Thumbelina Λίγο πριν ο τυφλοπόντικας είχε σκάψει ένα μακρύ πέρασμα μέσα στη γη το οποίο οδηγούσε από το σπίτι του αρουραίου στο δικό του …

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων