Επιστροφή σε Dictionary

engage (v)

αναλαμβάνω (να κάνω κάτι), αρραβωνιάζομαι, εμπλέκομαι (σε κάτι, π.χ. σε μία μελέτη ή σε ακόμα μία αερομαχία)

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων