↑ Επιστροφή σε Dictionary

except (v, prep, conj)

εξαιρώ, εκτός

Σαν ρήμα είναι ομαλό: excepted, excepted, excepting.

Θα το βρείτε συχνά και με το for, όπου το νόημα παραμένει το ίδιο.

Το ουσιαστικό του δεν διαφέρει και πολύ: exception εξαίρεση.

Παραδείγματα:

  • All children except George must remain in the classroom. Όλα τα παιδιά εκτός από το Γιώργο πρέπει να μείνουν στιν τάξη.
  • Nobody will be excepted. Everybody follows the leader. Κανείς δεν εξαιρείται. Όλοι ακολουθούν τον αρχηγό.
  • This store stays open all days except for Christmas day. Αυτό το μαγαζί μένει ανοιχτό όλες τις μέρες εκτός από την ημέρα των Χριστουγέννων.
  • Except for Helen, everybody else was at the party yesterday. Εκτός από την Ελένη, όλοι οι άλλοι ήταν στο πάρτυ χθες.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar