↑ Επιστροφή σε Dictionary

exposure (n)

έκθεση (π.χ. στη φωτογραφία)

η έκθεση ενός αντικειμένου στο φώς, ο χρόνος για τον οποίο έμεινε ανοιχτός ο φωτοφράκτης σε συνδυασμό με το διάφραγμα που χρησιμοποιήθηκε

όχι η έκθεση που γράφουν τα παιδιά στο σχολείο

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar